Άγκελα Μέρκελ: Από το «go back» στον «γοητευμένο» Τσίπρα

Η συνάντηση της Άγκελα Μέρκελ με τον Αλέξη Τσίπρα στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής στις 12 Ιουλίου 2015 και η συνεδρίαση των 17 ωρών

Παρόλο που δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από την επίσκεψη της Μέρκελ στην Αθήνα, κατά την οποία χιλιάδες οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ διαδήλωναν κατά της Γερμανίδας καγκελαρίου, αυτό δεν φαίνεται να την επηρέαζε καθώς υποδεχόταν τον νέο Ελληνα πρωθυπουργό τον Μάρτιο του 2015 στην καγκελαρία.

Τέσσερις ημέρες νωρίτερα, στις Βρυξέλλες, είχαν συναντηθεί με τον Αλέξη Τσίπρα για πρώτη φορά μαζί με τους επικεφαλής των θεσμών και τον τότε Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, μια συνάντηση που είχε ζητήσει επίμονα τότε ο Τσίπρας. Η Αγκελα Μέρκελ του είχε τότε τονίσει ότι η εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ήταν αδιαπραγμάτευτη και ότι η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε να μάθει να διαπραγματεύεται αυτά τα θέματα στο τεχνικό επίπεδο με τους πιστωτές και όχι με τους ηγέτες.

Η σημερινή συνάντηση είναι εξαίρεση», του είπε. Αυτό θα του το υπενθύμιζε ξανά και ξανά τους επόμενους μήνες, κάθε φορά που εκείνος την αναζητούσε, προσπαθώντας να παρακάμψει τις διαπραγματεύσεις.

Στις Βρυξέλλες
Πριν εκλεγεί πρωθυπουργός, ο Τσίπρας είχε επιτεθεί πολλές φορές δημοσίως στην καγκελάριο, με γνωστότερο το περιβόητο «Go back, κυρία Μέρκελ, go back, κύριε Σόιμπλε, go back, κυρίες και κύριοι της συντηρητικής νομενκλατούρας της Ευρώπης». Η φράση θα έπαιζε ξανά και ξανά στο ελληνικό ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, ενώ ο ίδιος κατηγορούσε την προηγούμενη κυβέρνηση ότι ήταν «μερκελιστές». Τώρα, όμως, βρισκόταν στην αμήχανη θέση όχι μόνο να επισκέπτεται το κτίριο της καγκελαρίας, αλλά και να προσπαθεί να πείσει την ίδια την καγκελάριο ότι ήταν αξιόπιστος συνομιλητής της. Μετά την πρώτη συνάντηση στις Βρυξέλλες, η προνοητική Γερμανίδα καγκελάριος συνειδητοποίησε ότι οι Ελληνες ήταν άπειροι, χρειάζονταν επειγόντως προετοιμασία πριν τη συναντήσουν στο Βερολίνο. Οι οδηγίες που έφτασαν στην ελληνική ομάδα ήταν σαφείς. «Είναι πολύ επιμελής, δίνει μεγάλη σημασία στη λεπτομέρεια, γνωρίζει πολύ καλά το ελληνικό πρόγραμμα και δεν θα δεχόταν μια γενικόλογη συζήτηση. Μη νομίζετε ότι θα συζητήσει χωρίς συγκεκριμένους αριθμούς, διαγράμματα και αποτελέσματα. Θα σας ρωτήσει για τα πάντα». Η Γερμανίδα καγκελάριος ήταν φυσικός. Είχε επιλέξει να σπουδάσει τη συγκεκριμένη επιστήμη επειδή θεωρούσε ότι στη Φυσική «η αλήθεια δεν μπορεί να διαστρεβλωθεί εύκολα», όπως γινόταν με πολλά πράγματα στην πρώην κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία, όπου είχε μεγαλώσει. Η παραμικρή παραποίηση γεγονότων και αριθμών δεν θα περνούσε απαρατήρητη. Το μυαλό της Μέρκελ δούλευε σαν κομπιούτερ, συγκρίνοντας πάντα διαφορετικά μοντέλα, δοκιμάζοντας επιχειρήματα και καταλήγοντας σε συμπεράσματα. Κανείς άλλωστε δεν μπορούσε να ξεχάσει πώς κατά τη διάρκεια των συνόδων κορυφής στην αρχή της κρίσης του ευρώ, παρουσίαζε η ίδια στους υπόλοιπους ηγέτες της Ε.Ε. πίνακες και διαγράμματα που απεικόνιζαν την πορεία της οικονομίας. Ο Τσίπρας έπρεπε να είναι άριστα προετοιμασμένος.

Μόλις έφτασε, η Μέρκελ σύστησε τον Τσίπρα στους στενούς συνεργάτες της κι εκείνος έκανε το ίδιο με την ομάδα του – ένας προς έναν στάθηκαν στη σειρά για να γνωρίσουν την ισχυρότερη πολιτικό της Ευρώπης.

Στη συνέχεια, όπως συνέβη και με τον Αντώνη Σαμαρά κατά την πρώτη του επίσκεψη στο Βερολίνο, τον Αύγουστο του 2012, η καγκελάριος οδήγησε τον Τσίπρα στο μπαλκόνι του γραφείου της, όπου παρέμειναν οι δυο τους περίπου δέκα λεπτά. Το 2015, όμως, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Η Ευρωζώνη ήταν πολύ καλύτερα προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει μια νέα ελληνική κρίση και η Μέρκελ το γνώριζε αυτό καλάι

Τα έσοδα
Πριν από την έναρξη της συνάντησης, τα μέλη της γερμανικής ομάδας είχαν ενημερώσει τους Ελληνες ομολόγους τους να είναι προετοιμασμένοι να απαντήσουν σε συγκεκριμένα σημεία, κυρίως σε θέματα αύξησης των εσόδων και καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Η Μέρκελ είχε μαζί της ένα ολιγοσέλιδο έγγραφο, το οποίο συνόψιζε τη συμφωνία επέκτασης του προγράμματος. Ο σύμβουλός της για τα ευρωπαϊκά θέματα Νικολάους Μέγιερ-Λάντρουτ μετέφερε μαζί του και τους αναλυτικούς φακέλους για τις μεταρρυθμίσεις – καθένας θύμιζε σε όγκο παλιό τηλεφωνικό κατάλογο του ΟΤΕ. Ηταν προφανές πως η Μέρκελ ήθελε να έχει πάντα τον απόλυτο έλεγχο.
Η καγκελάριος ήταν επιφυλακτική στις απαντήσεις που είχε προετοιμάσει η ελληνική πλευρά, λέγοντας στον Τσίπρα ότι οι εμπειρογνώμονες έπρεπε πρώτα να ελέγξουν κατά πόσον τα σχέδιά του ήταν βιώσιμα. Οταν όμως η συζήτηση στράφηκε σε άλλους τομείς, όπως οι συντάξεις ή οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, έγινε φανερό ακόμη και στην ελληνική πλευρά ότι η ανάλυση που έκαναν στην καγκελάριο δεν ήταν αρκετά ενδελεχής. «Οπότε τι προτείνετε για τον αριθμό πέντε;» ρωτούσε για παράδειγμα η Μέρκελ τον Τσίπρα, ο οποίος δυσκολευόταν να βρει μια πειστική απάντηση σε κάτι τόσο συγκεκριμένο. Η συνάντηση διήρκεσε συνολικά τεσσερισήμισι ώρες. Ποτέ στο παρελθόν η Αγκελα Μέρκελ δεν είχε προσφέρει τόσο χρόνο σε Ελληνα πρωθυπουργό, εξετάζοντας ένα προς ένα όλα τα ζητήματα. Αυτό ήταν κάτι που θα υπενθύμιζε στον Τσίπρα τους ερχόμενους μήνες λέγοντάς του: «Αλέξη, αυτό που έκανα για σένα τότε δεν το έχω κάνει με κανέναν».

Η πρώτη επίσκεψη του Τσίπρα στο Βερολίνο συντέλεσε στη δημιουργία μιας ειδικής σχέσης με την πανίσχυρη Γερμανίδα καγκελάριο. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δύσκολων μηνών θα αναζητούσε κατ’ επανάληψιν τη συμβουλή της κι εκείνη συχνά θα του την προσέφερε. Το αξιοσημείωτο είναι ότι οι δυο τους υπηρετούσαν διαμετρικά αντίθετες φιλοσοφίες: Η Μέρκελ ένιωθε ότι είχε την ευθύνη να διατηρήσει την Ευρώπη άθικτη, ενώ η εντολή του Τσίπρα ήταν να την αλλάξει. Εκείνη ανήκε στη συντηρητική Κεντροδεξιά, ενώ εκείνος εκπροσωπούσε τη ριζοσπαστική Αριστερά. Η Μέρκελ απεχθανόταν το ρίσκο, ο Τσίπρας το επιζητούσε. Η ειρωνεία είναι, φυσικά, ότι η Μέρκελ ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Τσίπρας ήρθε στην εξουσία: Αν δεν είχαν μεσολαβήσει στην Ελλάδα τα πέντε χρόνια λιτότητας γερμανικής έμπνευσης, ο Τσίπρας μπορεί και να παρέμενε ένας άγνωστος ηγέτης ενός μικρού ελληνικού κόμματος.

Το δημοψήφισμα
Ο Τσίπρας επέστρεψε στην Αθήνα «γοητευμένος» από τη Γερμανίδα καγκελάριο, σύμφωνα με άτομα του στενού του κύκλου, τα οποία έμειναν εμβρόντητα ακούγοντάς τον να περιγράφει τη μέχρι χθες Νο 1 εχθρό τους με τόσο θετικά λόγια.

Η πιο σημαντική συνάντηση με τη Γερμανίδα καγκελάριο πάντως έγινε στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής στις 12 Ιουλίου 2015, που θα έκρινε την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ. Είχε προηγηθεί το δημοψήφισμα με τα γνωστά αποτελέσματα και η Μέρκελ με τον Γάλλο πρόεδρο είχαν συναντηθεί στο Παρίσι για να συμφωνήσουν σε μία κοινή γραμμή για το πώς θα αντιμετωπίσουν την Ελλάδα. Η Μέρκελ σε εκείνη τη συνάντηση είχε ξεκαθαρίσει στον Γάλλο πρόεδρο ότι είναι διατεθειμένη να προχωρήσει με την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, εάν η ελληνική κυβέρνηση δεν δείξει αποφασιστικότητα στην εφαρμογή σκληρών μέτρων. Εκείνη την Κυριακή στο κτίριο Justus Lipsius στις Βρυξέλλες, οι βασικές διαπραγματεύσεις έγιναν σε ένα μικρό δωμάτιο δίπλα από την αίθουσα της Συνόδου, με τη Μέρκελ, τον Ολάντ, τον Τσίπρα και τον πρόεδρο του Ευρ. Συμβουλίου Ντ. Τουσκ. Η Γερμανίδα καγκελάριος στις 17 ώρες διαπραγμάτευσης έπρεπε να καταλήξει σε μια πραγματικά αυστηρή συμφωνία ώστε να γίνει αποδεκτή από τον υπουργό Οικονομικών της, Β. Σόιμπλε, αλλά όχι τόσο εξευτελιστική που δεν θα τη δεχόταν ο σοσιαλιστής κυβερνητικός της εταίρος. Ο κ. Τσίπρας κράτησε τη χώρα στο ευρώ φεύγοντας εκείνο το βροχερό πρωινό από τις Βρυξέλλες, αλλά φέρνοντας πίσω ένα νέο αυστηρότερο πρόγραμμα προσαρμογής αξίας 86 δισ. ευρώ.

Ευελιξία
Η μεταναστευτική κρίση, όμως, ήταν αυτή που έφερε τους δύο ηγέτες ιδιαίτερα κοντά, καθώς ο Τσίπρας θεωρήθηκε βασικός σύμμαχος του Βερολίνου στην αντιμετώπιση του προσφυγικού κύματος. Από το καλοκαίρι του 2015, και πριν στεγνώσει το μελάνι του τρίτου μνημονίου, εκατομμύρια μετανάστες ήταν έτοιμοι να περάσουν τα σύνορα της Ευρώπης μέσα από τα νησιά του Αιγαίου, απειλώντας την ενότητα και τη σταθερότητα ολόκληρης της ηπείρου. Μέσα από τη μεταναστευτική κρίση, η εικόνα του Τσίπρα στη Μέρκελ άλλαξε δραστικά. Ενώ μέχρι τη συμφωνία του Ιουλίου αποτελούσε τον λαϊκιστή πολιτικό που απειλούσε την Ευρωζώνη, με το που έγινε μέρος της λύσης, η ευελιξία απέναντί του στην εφαρμογή του προγράμματος αυξήθηκε αισθητά, σε αντίθεση με τους προκατόχους του που οι πολιτικές συγκυρίες δεν τους είχαν βοηθήσει. Η Μέρκελ είχε πάντα άμεση προτεραιότητα την παραμονή της στην εξουσία και, τελικά, με ποιον θα συμμαχούσε ή θα αντιτασσόταν για να το πετύχει αυτό δεν είχε και τόση σημασία.

πηγή  kathimerini