Κατακραυγή στην Αυστραλία για τον πρώην CEO της Macquairie που εξαγόρασε το 49% του ΔΕΔΔΗΕ

Έβαλαν τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα. Κατακραυγή έχει προκληθεί στην Αυστραλία έπειτα από την απόφαση της κυβέρνησης να τοποθετήσει επικεφαλής των νομισματικών ρυθμιστικών αρχών, τον Nicholas Moore πρώην διευθύνοντα σύμβουλο της Macquaire Group, η οποία εξαγόρασε πρόσφατα το 49% του ΔΕΔΔΗΕ.

Αυτή η επιλογή της αυστραλιανής κυβέρνησης κατακρίνεται από τοπικά μέσα όπως η ιστοσελίδα hummingzone.com, αφού θα ανέμενε κανείς ότι το πρόσωπο που θα επιλεγόταν για μια τέτοια θέση ευθύνης, που σαν στόχο έχει τον έλεγχο τον μεγάλων εταιρειών της Αυστραλίας, θα έπρεπε να ήταν «ένα έντονα αμερόληπτο άτομο, χωρίς να φέρει ένα ιστορικό παρελθόν πληρωμής δεκάδων εκατομμυρίων από τις ίδιες τις εταιρείες που οι ρυθμιστικές αρχές υποτίθεται ότι θα ελέγχουν».

Αντί αυτού όμως, η κυβέρνηση της Αυστραλίας, επέλεξε τον Nicholas Moore, τον «πιο πλούσιο τραπεζίτη» «έναν άνθρωπο ταυτισμένο με τις ακρότητες του νομισματικού τομέα», ο οποίος «βοήθησε την τράπεζα της Macquaire να μετατραπεί σε μονάδα παραγωγής εκατομμυρίων, όπως είναι γνωστή σήμερα».

Όπως αποκάλυψε το Documento την περασμένη Κυριακή, η Macquarie Infrastructure and Real Assets Group (MIRA), εμπλέκεται σε μια σειρά σκανδάλων. Πριν από την εξαγορά του 49% του ΔΕΔΔΗΕ από η Spear WTE Investments Sarl, μέλος του Macquarie Infrastructure and Real Assets Group (MIRA), η αυστραλιανή πολυεθνική ανεξάρτητη τράπεζα επενδύσεων και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, ενεπλάκη το 2011 σε μεγάλη χρηματιστηριακή και φορολογική απάτη στη Γερμανία.

Η ζημιά που προκλήθηκε στους φορολογούμενους από το σκάνδαλο, στο οποίο φέρονται να εμπλέκονται μεταξύ πολλών άλλων και περίπου 60 πρώην και νυν υπάλληλοι του αυστραλιανού κολοσσού, αποτιμάται σε περισσότερα από 5 δισ. ευρώ. Το ποσό ενδέχεται να αγγίζει και τα 10 δισ. ευρώ. Η υπόθεση, αν και αποκαλύφθηκε πριν από μια δεκαετία, δεν έχει τελεσιδικήσει.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του 2018 ο Nicholas Moore ήταν ένα από τα πρόσωπα που αναμενόταν να κληθεί από την αστυνομία της Γερμανίας ως «πρόσωπο ενδιαφέροντος ή ύποπτος». Λίγο καιρό αργότερα συμπεριλήφθηκε στη λίστα των υπόπτων.

Μέχρι στιγμής, δύο στελέχη της Macquarie καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, ενώ διατάχτηκε η δήμευση περιουσιακών στοιχείων ενός εξ αυτών για ποσό που ανέρχεται στα 14 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου είκοσι μεγαλοεπενδυτές που εξαπατήθηκαν από τη Macquarie εξασφάλισαν αποζημιώσεις 30 εκατ. ευρώ για τη ζημία που τους προκάλεσε η εταιρεία.

Ο πρόεδρος του ανώτατου δικαστηρίου της Γερμανίας Ρολφ Ράουμ, που πρόσφατα εκδίκασε πτυχή της υπόθεσης, υπογράμμισε ότι τα στελέχη της Macquarie υφάρπαξαν χυδαία τον πλούτο των Γερμανών φορολογουμένων, ενώ τόνισε ότι δεν υφίστατο κανένα νομικό κενό που θα τους επέτρεπε ενδεχομένως να ενεργήσουν κατά τον τρόπο που ενήργησαν.

Αξίζει να σημειωθεί πως ένα από τα προαναφερθεντά εξήντα πρώην και νυν στελέχη της αυστραλιανής πολυεθνικής που εμπλέκονται στην εν εξελίξει γερμανική έρευνα για την επίμαχη υπόθεση που αφορά δραστηριότητες βραχυπρόθεσμων πωλήσεων είναι και η νυν CEO της Macquairie,Shemara Wikramanayake, η οποία αντικατέστησε τον Nicholas Moore to 2018.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της ιστοσελίδας abc.net.au, «οι γερμανικές εισαγγελικές και φορολογικές αρχές επιδιώκουν να ανακτήσουν δισεκατομμύρια ευρώ από πρόσωπα που πραγματοποιούσαν συναλλαγές και τράπεζες, που φέρονται να κέρδισαν από συστήματα γνωστά ως “cum-ex trades”».

Βάσει των συγκεκριμένων συστημάτων, οι ειδικοί υποστηρίζουν σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, ότι «τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εκμεταλλεύτηκαν ένα νομικό κενό, το οποίο τότε, επέτρεπε σε δύο μέρη να διεκδικήσουν ταυτόχρονα την κυριότητα των ίδιων μετοχών και, ως εκ τούτου να ζητήσουν φορολογικές εκπτώσεις στις οποίες δεν είχαν δικαίωμα».

Η Macquairie είναι μεταξύ των 400 συνολικά υπόπτων στη συγκεκριμένη υπόθεση που ερευνάται από τις γερμανικές αρχές. Κι αυτό γιατί η «επενδυτική τράπεζα ενήρηγησε ως δανειστής σε μια ομάδα κεφαλαίων που συμμετείχαν σε διαπραγμάτευση μετοχών το 2011 και από τα οποία αποσύρθηκε από το 2012». Η συγκεκριμένη πρακτική απαγορεύτηκε δια νόμου στη Γερμανία το 2012, λίγο καιρό αφότου αποκαλύφθηκε η φερόμενη απάτη.

Περιβαλλοντική καταστροφή, χρέη και λαβύρινθος offshore

Βέβαια, όπως αποκάλυψε το Documento, αυτό δεν ήταν το πρώτο σκάνδαλο στον οποίο ενεπλάκη η Macquaire. Η εταιρεία το 2006 εξαγόρασε μεγαλύτερη βρετανική εταιρεία ύδρευσης και αποχέτευσης, την Thames Water. Όπως αποκαλύφθηκε όμως, η θυγατρική της Macquaire, επειδή δεν πραγματοποιούσε την απαραίτητη συντήρηση του δικτύου αποχέτευσης προκειμένου να καλύψει το κόστος, κατέστη υπεύθυνη για μια από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές καταστροφές στην ιστορία του Λονδίνου.

Κι αυτό γιατί από το 2012 έως το 2014 διοχετεύτηκαν στον Τάμεση περίπου 4,2 δισ. λίτρα ακατέργαστων λυμάτων, ποσότητα που θα γέμιζε 1.700 ολυμπιακές πισίνες. Εξαιτίας της μόλυνσης η Thames Water κλήθηκε το 2017 να καταβάλει κανονιστικό πρόστιμο 20,3 εκατ. λιρών, το μεγαλύτερο πρόστιμο που έχει επιβάλει ποτέ η βρετανική Ανεξάρτητη Αρχή για το Περιβάλλον.

Η περιβαλλοντική κατααστροφή οδήγησε σε κατακραυγή εναντίον της Macquaire. Και όπως αποδείχθηκε αυτό δεν ήταν όμως το μοναδικό… παράπτωμα της πολυεθνικής. Η Macquarie ηγήθηκε το 2006 μιας κοινοπραξίας που εξαγόρασε την Thames Water έναντι 5,1 δισεκατομμυρίων λιρών. Από το σύνολο αυτού του ποσού τα 2,8 δισ. προήλθαν από δανειοδότηση που έλαβε η Macquarie.

Οπως αποδείχτηκε όμως, από το 2006 έως το 2015 η Thames Water έδωσε μερίσματα ύψους 1,16 δισ. λιρών στους μετόχους της, δηλαδή στη Macquarie. Το ακόμη χειρότερο είναι ότι η Macquaire σχημάτισε ένα αχανές δίκτυο με υπεράκτιες εταιρείες μέσω των οποίων διοχετεύονταν χρήματα που είχε λάβει μέσω δανειοδότησης επικαλούμενη το όνομα της θυγατρικής της.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «The Guardian» του 2017, την περίοδο που η Macquaire αποτελούσε την μητρική εταιρεία της Thames Water, συσσωρεύθηκε ένα τεράστιο χρέος που εν πολλοίς χάθηκε μέσα σε ένα λαβύρινθο offshore εταιρειών: «η ιδιοκτησία της λειτουργικής επιχείρησης και οι λεπτομέρειες της κολοσσιαίας χρηματοδότησης του χρέους ύψους 10,75 δισ. λιρών εμπεριέχονται εντός ενός λαβυρίνθου ενδιάμεσων offshore εταιρειών που καθιστούν αδύνατο να υπολογιστεί πόσο πολλά έχουν κερδίσει οι ιδιοκτήτες στο πέρασμα των χρόνων».

Όταν τελικά η Macquaire αποχώρησε από την Thames Water το 2017 την άφησε με χρέη δύο δισεκατομμυρίων λιρών, που θα κληθούν για πολλά χρόνια να αποπληρώσουν οι καταναλωτές αλλά και οι εργαζόμενοι. Κι όμως η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επέλεξε ακριβώς αυτή την πολυεθνική προκειμένου «να δώσει φτερά στη ΔΕΗ», όπως ανέγραφαν χαρακτηριστικά τα ΜΜΕ που αποθέωσαν την επίμαχη εξαγορά. Το μέλλον για το ΔΕΔΔΗΕ και το δημόσιο χαρακτήρα του φαντάζει μαύρο. Όπως ήταν τα νερά του Τάμεση.

πηγή documentonews