Αυτό είναι το δημοσίευμα του Νίκου Μαστοράκη το 1968 που συντάραξεΑυτό είναι το δημοσίευμα του Νίκου Μαστοράκη το 1968 που συντάραξε -Η γλαφυρή περιγραφή του για τα όσα έγιναν στη «Χριστίνα» με Τζάκι και Ωνάση

Η ευφάνταστη πένα του Νίκου Μαστοράκη αποτυπώνει στο χαρτί πιότερο και από φωτογραφία, τον άερα ενός Κροίσου που όμοιό του δεν συνάντησε έκτοτε ο πλανήτης. Η βραδιά με τον Αριστοτέλη Ωνάση που αποκάλυψε στον Τύπο τη σχέση του με την Τζάκι Κένεντι.

Οι ιστορίες που καταπιάνονται με την οικογένεια Ωνάση κουβαλούν πάντοτε μια ξεχωριστή αίγλη. Ο Έλληνας μεγιστάνας άφησε ανεξίτηλο το σημάδι του στην παγκόσμια ιστορία και από το γιοτ του πέρασαν οι μεγαλύτερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα.

Στην ιστορία έχει μείνει η εικόνα του Ουίστον Τσόρτσιλ, με το καπέλο και το μπαστούνι του, να κάθεται στο μέσον μιας άδειας πισίνας πάνω στο γιοτ, απένατι από τον Αριστοτέλη Ωνάση.

Ο Νίκος Μαστοράκης δεν κατάφερε να έχει εικόνες από εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ του 1968. Η λογοκρισία της Χούντας σε συνδυασμό με την αμερικανική τσαντίλα είχαν σαν αποτέλεσμα να μπορούμε να δούμε και να ζήσουμε εκείνη τη βραδιά, λίγους μήνες πριν τους γάμους του Αριστοτέλη Ωνάση με την Τζάκι Κένεντι μέσα από τη γραφή του δημοσιογράφου.

Η φωταγωγημένη «Χριστίνα»

Μια περιγραφή, όπως αποτυπώθηκε στο φύλλο της Απογευματινής της 9ης Αυγούστου, που -παρά τη λογοκρισία- πραγματικά ξεπερνά και την πιο ιλουστρασιόν φωτογραφία.

Το δημοσίευμα στην Απογευματινή της 9ης Αυγούστου 1968
*Τονίζεται ότι στα αποσπάσματα που ακολουθούν διατηρήθηκε η αρχική ορθογραφία.

«Ειμαστε ένα πολύ ευγενικό συγκρότημα. Ό Γιάννης Πουλόπουλος μέ τήν κιθάρα και τήν ζεστή φωνή του. Δυο «μαίτρ» του μπουζουκιού, ό Ζαφειρίου καί ό Χρηστάκης. Ό Μαρίνος κι’ οί χορδές του. Κι ή Δούκισσα μέ πράσινο «μίνι». Ό έκτος τού συγκροτήματος, που διασκέδασε μιά ολόκληρη νύχτα τόν Τέντ καί τήν Τζάκυ, τόν Αρη, την Ρένα, τόν Χέϋλ καί την μις Βάγκνερ, ήμουν έγώ. Μπλεγμένος σέ μιά τολμηρή, συναρπαστική ιστορία, που άρχισε στό αεροδρόμιο τού Ελληνικου, τήν ώρα που ανέβαινα τήν σκάλα του «Ντί Σι Σίξ» και τελείωσε στό ίδιο σημείο, τήν ώρα που πηδούσα άπό τό ιδιωτικό αμφίβιο αεροσκάφος τού Αρη. Τού κ. Ωνάση, εννοώ.

Ηταν μιά σύγχρονη έκδοσι της παληάς έπιχειρήσεως «Δούρειος Ίππος». Στην μικρή δημοσιογραφική μου μνήμη, υπήρχαν αρκετά παραδείγματα πολιορκίας μέ τηλεφακούς τών 1000 χιλιοστών, πού δέν κατέληγαν πουθενά άλλου άπ’ τήν δραματική άφήγησι τών ίδιων μου τών περιπετειών. Αυτή τήν φορά, πού, πάνω στήν λευκή, γυαλιστερή «Χριστίνα» του κ. Αριστοτέλη Ώνάση, βρίσκονταν πολλά ενδιαφέροντα πρόσωπα (περισσότερα, άπ ΄οσα νόμιζα, οπως απεδείχθη αργότερα) δέν υπήρχαν περιθώρια γιά περιπολίες καί «κλεμμένες» ειδήσεις άπ’ τους χωρικούς. Ή πραγματική επιτυχία, θά’ ταν νά μπή κανείς μέσα

Ηταν αυτό πού είπα στόν εαυτό μου, μία και τέταρτο προχθές τό μεσημέρι. Στη μία καί μισή, βρισκόμουν στό αεροδρόμιο. Ενα «άτασσέ» γεμάτο μαυρόασπρα φίλμς και μηχανές, καί μιά παράκλησι γιά τόν Πουλόπουλο, που περίμενε, μέ τό μπλέ κοστούμι τής δουλειάς, κρεμασμένο σέ μιά τζαμόπορτα.

«Πρέπει νά μέ πάρης μαζί σου».

Ο Γιάννης Πουλόπουλος είναι φίλος μου χρόνια.

«Ναί, δέν λέω. Άλλά πώς;»

Τό πώς, τό είχα καταστρώσει. Θά έβγαζα ένα κανονικό εισιτήριο γιά τήν Λευκάδα, καί, φτάνοντας έκει, τά υπόλοιπα θά ήσαν άπλα.

Ό Πουλόπουλος κάνει μιά πρόχειρη σύσκεψι μέ τους υπόλοιπους. Εχουν όλοι τις αντιρρήσεις τους, άλλά, τελικά, τό «Τζέημς Μπόντ τάτς» της περιπέτειας υπερισχύει.

Στο αεροπλάνο, βαφτίζομαι επίσημα μαίτρ του μπουζουκιού. Μέ χρήει ό Χρηστάκης μ’ ένα μικρό μπαγλαμαδάκι, πού μάς έφερε γούρι, σ oλο τό υπόλοιπο ταξίδι. Αλλάζω όνομα, και γίνομαι Νίκος Μάστορας. Η προαγωγή, μέ συγκινεί. Η αεροσυνοδός ρωτά: «Πόσα άτομα ειναι τό συγκρότημα;»

«Εξη», απαντώ βαρειά, γιά νά είμαι πειστικός.

Κι έτσι αρχίζει επίσημα ή περιπέτεια.

Στο αεροδρόμιο του Άκτιου μάς περιμένουν δυο ταξιτζήδες πού τσακώνονται γιά τό ποιος θά πρωτοπάρη τόν Χριστακη και τήν Δούκισσα, κι έγώ μέ τόν Πουλόπουλο, μένουμε παραπονεμένοι πού τό νέο αίμα δεν έχει θαυμαστές στήν επαρχία.

Μιά ώρα, μέχρι τό Νυδρί, σέ χωματόδρομο και γραφικό, πράσινο τοπίο με ενετικά κάστρα. Έκει, στό λιμανάκι του χωριού, ένα πανίσχυρο, γρήγορο «κρις κράφτ» μέ αμερικανική σημαία μού λέει, σ’ αυτή τήν κοινή γλώσσα τών μυστικών πρακτόρων: «Τελευταία σου ευκαιρία. Έδώ ή πετυχαίνεις ή γυρίζεις πίσω».

Πετυχαίνω. Τό κρις – κράφτ με τό συγκρότημά «μας», πλέει μέ απίστευτη ταχύτητα προς τήν «Χριστίνα», πού έχει κολλήσει μόνιμα, στήν παραλία του Σκορπιού. Κατεβαίνουμε στο απόρθητο βασίλειο τού Ωνάση — και νοιώθουμε τό μικρό δέος πού θα’ νοιωσε ή Αλίκη στήν χώρα τών θαυμάτων.

Το δημοσίευμα στην Απογευματινή της 9ης Αυγούστου 1968

 

 

Ό κάπταιν Άναστασιάδης, πλοίαρχος της «Χριστίνας», μάς περιμένει. Ενας συμπαθέστατος, ευγενικός καπετάνιος — τό πρώτο πρόσωπο πού άντικρύζουμε στον τεχνητό παράδεισο τού Ιονίου. «Θά έλθετε γιά φαγητό αργότερα» λέει ό κ. Άναστασιάδης. «Προς τό παρόν, ελάτε νά σας πάω στα δωμάτια σας».

Μπροστά στήν «Χριστίνα», μαζεύει πέτρες από τήν άμμο, ό κ. Ωνάσης. Γυμνός, κατάμαυρος, μ’ ένα πράσινο σορτσάκι, παύει νά ειναι «κύριος Ωνάσης», άπ τήν στιγμή πού μάς χαιρετάει. Γίνεται «Τέλης», σκέτος, κι έπειτα από λίγο «Άρης» — oπως τον λένε οί ξένοι του. Ειναι λίγο δύσκολο να το εξηγήσεις, ομως αυτός ο δαιμόνιος, πάμπλουτος Ελληνας έχει τό χάρισμα ενός πολύ αγνού, μικρού παιδιού, νά σέ κατακτά άπ την πρώτη ματιά πού θά σού ρίξη, νά σέ πείθη ότι «είμαι φίλος σου, βρέ αδερφέ».

«Πάω νά βάλω ένα βρακί κι έφτασα» λέει ό Τέλης. Ετσι τόν φωνάζει ό Χρηστάκης, έτσι τόν φωνάζουν οί υπόλοιποι, έτσι τόν φωνάζω κι έγώ. Δέν πρέπει νά μέ υποψιαστούν — δέν πρέπει νά διαφέρω.

Ό φίλος μας ό Τέλης, έβαλε τό βρακι πού μάς είπε, κι ήρθε νά μάς περιποιηθή. Αν αυτοί οί ψωραλέοι πλούσιοι, πού κάνουν τις βεντέττες στ αθηναϊκά σαλόνια, και σνομπάρουν τούς πάντες– ακόμη καί τίς λαϊκές μύγες — ήξεραν πώς φέρεται στους απλούς μπουζουξήδες ένας Κροίσος, θά πέθαιναν άπό μαρασμό. Βγάζουμε αναμνηστικές φωτογραφίες κι εκεί πού γελάνε όλοι μέσα στόν φακό μου, τους βλέπω νά χάνουν κάθε άλλο ενδιαφέρον, έκτος άπ τήν πόρτα.

Στην πόρτα στέκεται — κι άστράφτει — ή Τζάκυ. Κόκκινη μπλούζα της φωτιάς, καρρώ μαντήλι στον λαιμό, καί καρρώ μακρυά, τσιγγάνικη φούστα. Κατάμαυρη άπ τόν ελληνικό ήλιο. Είναι μιά γλυκειά γυναίκα, που κυττάζει ολο τόν κόσμο μ ενδιαφέρον, πού χαμογελά σ όλους μέ τήν ίδια ζέστη, μέ καμμιά προσποίησι.

Ό Τέλης μάς τήν συστήνει. Σφίγγει τά χέρια δυνατά, θερμά, καί λέει από έναν καλό λόγο. Σέ μένα πέφτει ό κλήρος. «Θά σάς ακούσουμε, λοιπόν, νά τραγουδάτε» λέει.

«Βεβαιότατα» λέω. Και ξέρω οτι λέω ψέμματα, στά σίγουρα.

Ό Τέντυ, μπαίνει κρατώντας άπ τους ώμους μιά ξανθειά θεότητα. Ό Τέντυ φορά ανοικτό ροζ πουκάμισο, και όμοιόχρωμο μαντηλάκι, δεμένο στόν λαιμό, κι ή ξανθειά θεότης, είναι κάποια δεσποινίς ή κυρία Βάγκνερ, μέ άτλαζένια μάτια, μαύρο κορμί και διάφανο άσπρο παντελόνι. Στήν συνέχεια τής βραδυάς, ό Τέντυ (κατακόκκινος σάν αστακός, μέ τον απαραίτητο κορσέ του — κατάλοιπο ατυχήματος — μέσα άπ’ τό πουκάμισο) δυο πράγματα δεν αποχωρίζεται άπ’ τά χέρια του: Τήν δ. Βάγκνερ, και τό ποτήρι μέ τό ούζο

Τήν παρέα συμπληρώνει ή δ. Μπενάκη, καλλονή μελαχροινή, ελληνικής προελεύσεως, μέ πόδι τσακισμένο απο τ’ άπριλιάτικο σκί, στά χιόνια τής Ελβετίας, και ό Χέϋλ, πανύψηλος, ξανθός κάου -μπόυ άπ τό Τέξας, μέ τις μισές πετρελαιοπηγές δικές του.

Είναι όλοι γελαστοί, ευχαριστημένοι από τή ζωή τους, έχουν διάθεσι νά διασκεδάσουν. Τά φαινόμενα δείχνουν οτι ή βραδυά θά ειναι εκρηκτική.

Ή μουσική πανδαισία, αρχίζει ανάμεσα σέ καταπράσινες, γυαλιστερές κορυφές από πιπεριές, βαθυκόκκινες ώριμες τομάτες, πουρέ σπανάκι, μαύρο χαβιάρι καί άλκοολ. Ό Τέντυ, πίνει ούζο — μονίμως. Ή Τζάκυ προτιμά, στά πρώτα ποτήρια, τήν βότκα. Οί υπόλοιποι εναλλάσσουν τό σκώτς με τό τζιν καί την βότκα, καθώς ο Διονύσης κι οι δυο Γάλλοι μπαρτέντερς της «Χριστίνας», πηγαινοέρχονται σαν ανθρώπινα μηχανήματα.

Ό Πουλόπουλος τραγουδάει, κι ή Τζάκυ κρέμεται άπ τό στόμα του. Πού και πού, ό Τέλης — συνοδός της, σ’ αυτή τήν κρουαζιέρα — της μεταφράζει, ψιθυριστά, στ’ αυτί τά λόγια τών τραγουδιών. Κι εκείνη κυττάζει μέ δυο τεράστια θαυμαστικά, μέσα στά μάτια της, κι ό Πουλόπουλος τραγουδά.

Ο Χριστάκης μπαίνει στήν ήχοσαλάτα τών μπουζουκιών μέ τό μικρό, άλλά θαυματουργό μπαγλαμαδάκι του, ή Δούκισσα χορεύει, ό Ζαφειρίου ξεσηκώνει τον Τέντυ μέ τό ταξίμι του. Σηκώνεται, έτσι πανύψηλος, παχύς, ήλιοκαμμένος κι αγέλαστος, κι επιχειρεί νά χορέψη «καρσιλαμά.»

«Τέντυ, δέν είναι ακόμη νωρίς;» τόν μαλώνει χαϊδευτικά ή δ. Βάγκνερ. Κι ό Τέντυ ξαναγυρίζει στο ούζο του.

Ό Τέλης αγαπά ένα τραγούδι και δε βαρυέται νά τ άκούη. Ό Πουλόπουλος, δέν βαρυέται νά τού τό τραγουδάη.

«Πικρά καλοκαίρια, μ’ έμαθες κοντά σου νά περνώ. Νεκρά περιστέρια, γέμισε ή αυγή τόν ουρανό».

Τό γελαστό πρόσωπο τού Ελληνα Κροίσου, καδραρισμένο, άπ τά σταχτιά μαλλιά, σκοτεινιάζει σ’ αυτούς τού στίχους. Μόνο γιά λίγο. Τά μάτια του δεν προδίδονται εύκολα πίσω άπ τά χοντρά γυαλιά. Οί άκρες, ομως, άπ’ τό χαμόγελο του, πού γίνονται πιο αμήχανες και σβήνουν σιγά – σιγά, δείχνουν πως τά πικρά καλοκαίρια, ή μελωδία τού Ξαρχάκου, τού θυμίζουν πολλά.

Λίγο πιο πριν μάς ειχε πή, όταν θαυμάσαμε μεγαλόφωνα τήν απλότητα του:

«Παιδί λαϊκό δέν είμαι κι έγώ;»

«Ναί, άλλά παιδί κονομημένο», απάντησε ό Χριστάκης.

Είναι ώρες — τό βλέπεις — πού τό πλουσιόπαιδο χάνει τήν γεύσι τού χρήματος, και θυμάται τήν εποχή πού ξεκίναγε.

Νά λες, δέν πειράζει θά ‘ρθη άσπρη μέρα καί για μάς»

Κουβεντιαζουμε, όσο τά παιδιά ξεκουράζονται, μέ τους νέους φίλους. Ή Τζάκυ θέλει νά μαθαίνη τά πάντα. «Νά σού φέρω ένα σκώτς;» προθυμοποιείται.

«Λυπάμαι, δεν πίνω τίποτε περισσότερο άπό κόκα – κόλα» της λέω.

«Κρίμα», σκοτεινιάζει. «Κι ήθελα νά σού πουλήσω έκδούλευσι, γιά νά μου κάνης μιά χάρη».

«Τήν κάνω και χωρίς έκδούλευσι».

«Μετά τό φαγητό, θά μέ μάθης συρτάκι;»

Τήν διαβεβαιώ. Και σκέφτομαι ότι μετά τό φαγητό τους, θα πρέπει νά πονάη τό πόδι μου. Ό Πουλόπουλος ειναι καλός δάσκαλος.

Ή δ. Μπενάκη, ή μελαχροινή θεότης του πλοίου, ειναι Ελληνίδα, και πολύ ανυπόμονη σ’ ο,τι άφορα τόν γύψο τού ποδιού της. Τό έσπασε στήν Ελβετία, κάνοντας σκί, τόν Απρίλη. «Εγινε έπτά κομμάτια» μού λέει. Κι ακόμη νά γίνη καλά. Ο Χέΰλη, ό γελαστός Τεξανός, φροντίζει νά μήν τής λείψη τίποτε – γιά νά μήν σκέπτεται τόν γύψο.

Ό Τέντυ, είναι απλησίαστος. Μάλλον εχθρικός, χωρίς πολλά χαμόγελα, δεν έχει καμμιά διάθεσι νά αποχωριστή τήν συντροφιά τής δ. Βάγκνερ, γιά νά κουβεντιάση.

Τό πρώτο, ζωηρό μέρος της συναυλίας, τελειώνει, κι όλοι είναι — ή δείχνουν, άπό ευγένεια — ενθουσιασμένοι. Αυτός που είναι αυθόρμητος, ειλικρινής, αξιαγάπητος, ειναι ό φίλος μας πού τόν χτυπάμε όλοι στήν πλάτη, και του λέμε τούς καύμούς μας, σά νά δουλεύουμε μαζί χρόνια ολόκληρα και δύσκολα.

Το ακριβό ροζέ κρύσταλλο, προστατεύει τήν φλόγα τού χοντρού κεριού, πάνω στήν ολόχρυση βάσι. Τριαντάφυλλα, ζουμπούλια καί μικρά κρίνα, είναι όμορφα, βολικά εγκατεστημένα στό μεγάλο πήλινο βάζο. Ενα τραπέζι γιά έξη, κι ένα φεγγάρι γιά όλους μας στρογγυλό, χορταστικό, πού φιλάει τό κατάστρωμα τής «Χριστίνας». Ό Τέλης κάθεται στό κεφάλι τού τραπεζιού, απέναντι του ό Χέϋλ, δεξιά ή Τζάκυ μέ τήν Ρένα Μπενάκη, αριστερά ό Τέντ μέ τήν Βάγκνερ. Κονσομέ, βαρειές πορσελάνες, σαλάτα, ψητό αρνί και φρούτα, είναι τό βραδυνό. Ο Τέλης (μάς έχει κατακτήσει ολους εμάς τούς τραγουδιστές τόσο, ώστε νά μήν προσέχουμε καθόλου τους άλλους «βίπς») ξεκοκκαλίζει ένα αρνίσιο μπουτάκι μέ όρεξι έφηβου. Ή Τζάκυ τρώει λίγο, και τελειώνει τό φαγητό της μέ μερικές μεγάλες ρόγες άπό ξανθό σταφύλι.

Τό φαγητό τελειώνει γρήγορα, ό Διονύσης αναλαμβάνει τό πήγαινε-έλα, μέ τά ποτήρια πού δροσίζουν ενα καυτό «σουφλέ άρλεκέν» του Γάλλου σεφ

Κι έκει, γνωριζόμαστε καλύτερα μέ τόν Τέντ. Εχω κάπου εκεί τήν (ΛΟΓΟΚΡΙΘΗΚΕ, περιγράφει τη σκηνή με τη φωτογραφία που έβγαλα τον Ωνάση και το συγκροτημα, χωρίς να προσέξω οτι στο φόντο, ο Τεντ αγκάλιαζε την ξανθειά σύντροφό του. Σημειώστε οτι ο Τεντ ήταν παντρεμένος και αυτή η φωτό ήταν που ξεκίνησε την μετέπειτα περιπέτειά μου.)

Ή Τζάκυ τό καταλαβαίνει, φωνάζει «Τέντ», ό Τέντ γυρίζει και τό χαμόγελο τού κόβεται μέ τό μαχαίρι.

«Πιστέψτε με, δέ φωτογράφιζα εσάς. Φωτογράφιζα τόν κ.Ωνάση, μέ τά παιδιά τής ορχήστρας άναμνηστική φωτογραφία, τίποτε άλλο».

Ο Κέννεντυ εχει δει τά πάντα — και χαμογελά γιά πρώτη φορά. Δέν χαμογελά όμως ό Πουλόπουλος, πού θέλει νά του μιλήση.

«Έγώ» του λέει «είμαι ένας μικρός, άσήμαντος καλλιτέχνης, κι ήθελα νά βγάλω μιά φωτογραφία μέ σένα, πού σέ θαυμάζω και σ’ αγαπώ. Γιατί τήν χάλασες;»

Η άπλότητα τών λίγων αγγλικών κι ή ειλικρίνεια του Πουλόπουλου, τόν άφοπλίζουν, γιά πρώτη φορά.

«Ιτ’ς όκέϋ, ιτ’ς οκέϋ» μουρμουρίζει και χάνεται.

Γιά νά δείξη ότι δέν θυμάται τίποτε άπ τό επεισόδιο, χορεύει χασάπικο και συρτάκι, τραγουδά, σέ απταιστα ελληνικά τά «Καβουράκια», και τά «Παιδιά του Πειραιά», κι έπειτα παίρνει τό τριακοστό ποτήρι μέ ούζο, τήν δ. Βάγκνερ καί τό φεγγάρι, στήν άκρη της κουβέρτας.

Η Τζάκυ, ό Τέλης κι εμείς, λέμε καντάδες. Θυμόμαστε ολο τόν Αττίκ – μάς τόν θυμίζει ό Ωνάσης πού έχει μιά εκπληκτική ικανότητα στά κουπλέ, και μιά σταθερή, χοντρή, σωστή φωνή — θυμόμαστε όλες τις παληές γειτονιές, τις παληές ταβέρνες, τα μαύρα μάτια, τά σκυλιά μέ τά λουκάνικα, τις ανηφοριές τής Πλάκας, κι ή ώρα είναι τέσσερις.

Η γλυκειά κυρία Κέννεντυ, εξακολουθεί να είναι ιδια μέ τήν πρώτη στιγμή τής γνωριμίας μας: κυττάζει πάντα μέ θαυμασμό, μέ απορία, μέ ερωτήματα. «Μακάρι νά τά’ ξερα ολα αυτα τά τά τραγούδια» λέει άναστενάζοντας σέ μιά στιγμή.

Κάποτε, ομως, στις τέσσερις τό πρωί, πού ολα τά κεριά έχουν σβήσει κι εχει μείνει μόνον ό κύριος Φεγγάρης, τό ρεπερτόριο της δίνει τήν ευκαιρία νά τραγουδήση. Ό Τέλης θυμάται τις παληές του αγάπες — τά Ισπανικά τραγούδια. Μάς τραγουδάει «Άντιός Μαρικίτα Λίντα», καί «Νότσε ντε Ροντα», κι οταν άρχίζει τό «Αντιός Πάμπα Μία» η Τζάκυ ενθουσιάζεται και τραγουδά μαζί του. Τραγουδάμε όλοι. Καταλαβαίνω οτι ειμαι παράφωνος και φροντίζω ν’ ανοιγοκλείνω το στόμα μου στους στίχους του τραγουδιού.

Η ρομαντική ώρα κλείνει τα μάτια της – και το κέφι γινεται μικρή ασπιρίνη που κυλά στο πρώτο χασμουρητό.

Ό Τέντυ φεύγει πρώτος. Μετά ό Τέλης, ή Τζάκυ, ό Χέϋλ κι ή Ρένα. (Εδω η λογοκρισία διέγραψε τη φράση του Ωναση, οταν μας αποχαιρετησε: «Αντε καληνύχτα, παω κι εγω να γ@#%^ω τη γυναίκα μου.»)

Κάτω άπ τήν αφόρητα πολυτελή «Χριστίνα» μάς περιμένει αυτός ο θαυμάσιος καπετάνιος, νά μάς γυρίση σ ένα σπίτι τριγυρισμένο από φυτική πολυτέλεια και τζιτζίκια.

Το πρωι βρίσκω μέ μιά μοχθηρή ικανοποίησι, ότι ή μικρή μαύρη βαλίτσα μου, έχει «πασπατευτή» έντέχνως. (Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΛΟΓΟΚΡΙΘΗΚΕ, αναφερόταν στον πράκτορα της Μυστικης Υπηρεσιας που είχε ψάξει το δωιμάτιό μου.)

Τόν βλέπω, κατά τις 12, στήν «Χριστίνα», (ΕΔΩ ΕΧΕΙ ΕΠΕΜΒΕΙ Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ) τήν ώρα πού ό Τέντ μού λέει μιά ψυχρή «καλημέρα» άπ τήν θάλασσα. Εχω φροντίσει ν αφήσω τό δωμάτιο ανοικτό κα τήν μηχανή πάνω στό κρεββάτι, γιά νά μήν δώσω άλλες υποψίες.

Ή Δούκισσα παρακαλεί τόν Τέλη νά φύγη πιο μπροστά. Γιά τούς άλλους, είχε προγραμματισθή ένα σπέσιαλ δρομολόγιο τής «Όλυμπιακής» πού ακυρώνεται τήν τελευταία στιγμή. Ό Καθηγητής κ. Γεωργάκης, φτάνει κατά τις 2, μ’ ένα ολοκαίνουργιο «Άλουέτ» (οκταθέσιο ελικόπτερο, μέ πιλότο Γάλλο, σίκ, μέ φουλάρι) κι έγώ κάνω βουτιά πίσω άπό κάτι καραβόσκοινα (ΚΑΙ ΕΔΩ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑΣ) πέντε εκατομμυρίων, πρόσφατο απόκτημα του στόλου του Τέλη, θά φύγη στίς έξη.

Ό πιλότος μας, ένας πραγματικός τζέντλεμαν, μάς ζητά άπό ενα αυτόγραφο, τήν ώρα πού περνάμε απ τήν Αίγινα καί κατεβάζουμε τήν μύτη γιά τό Ελληνικό.

Ή Δούκισσα γράφει: «Μέ αγάπη και πολλά ευχαριστώ». Ό Μαρίνος γράφει: «Στον θαυμάσιο πιλότο Γιώργο Κουρή».

Ειναι ή σειρά μου. Παίρνω τό μπλοκάκι καί τό στυλό καί γράφω: «Στον καλύτερο πιλότο μου. Φιλικα, Αριστοτελης Ωνασης»

ΝΙΚΟΣ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗΣ

πηγή iefimerida