Το μπλακ άουτ στο Facebook που φώτισε πολλά

Το «μαύρο» στις πλατφόρμες του Facebook κράτησε κάτι λιγότερο από έξι ώρες, αλλά η ζημιά που προκλήθηκε στον όμιλο του Μαρκ Ζούκερμπεργκ θα τον σημαδέψει για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Καθώς ο πλανήτης ολόκληρος συνειδητοποίησε σε τι βαθμό είναι εξαρτημένος από τον διαδικτυακό κολοσσό της Καλιφόρνιας με τα 3,5 δισεκατομμύρια χρήστες, η επομένη του ιστορικού ατυχήματος βρήκε πολιτικούς και υψηλόβαθμους αξιωματούχους σε Ευρώπη και Αμερική να ζητούν δραστικά μέτρα για την υπέρβαση των παθολογικών μονοπωλιακών καταστάσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που επηρεάζουν άπειρες επιχειρήσεις, οργανώσεις και υποδομές στις πέντε ηπείρους.

«Αν είχαν επιβληθεί εγκαίρως έλεγχοι στη μονοπωλιακή συμπεριφορά του Facebook (ίσως τότε που άρχισε να εξαγοράζει ανταγωνιστές σαν το Instagram), τα πλήθη των ανθρώπων που εξαρτώνται από το WhatsApp και το Instagram για τις δουλειές και την επικοινωνία τους δεν θα είχαν πρόβλημα σήμερα», σχολίασε η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ. Η προοδευτική βουλευτής των Δημοκρατικών πρωτοστατεί στις προσπάθειες να επιβληθεί το σπάσιμο του ομίλου σε μικρότερες εταιρείες, θέση που υιοθετήθηκε και από την αρμόδια ομοσπονδιακή αρχή, η οποία προσέφυγε για τον σκοπό αυτό στην αμερικανική Δικαιοσύνη.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε η Μαργκρέτε Βεστάγκερ, εκτελεστική αντιπρόεδρος της Κομισιόν, αρμόδια για τη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή. «Χρειαζόμαστε εναλλακτικές και επιλογές στην αγορά υπηρεσιών υψηλής τεχνολογίας και δεν πρέπει να στηριζόμαστε μόνο σε λίγες εταιρείες, όποιες και αν είναι αυτές», δήλωσε η Ευρωπαία αξιωματούχος. Την περασμένη χρονιά, η Βεστάγκερ κατέθεσε την πράξη για τις ψηφιακές αγορές, με την οποία τίθενται συγκεκριμένοι κανόνες και απαγορεύσεις στις περίφημες GAFA (Google, Amazon, Facebook, Apple) που κατέχουν μονοπωλιακές θέσεις στο Διαδίκτυο.

Στη διάρκεια του προχθεσινού μπλακ άουτ, εκατομμύρια χρηστών αναζήτησαν εναλλακτικές σε άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Twitter και το TikTok, κάτι που αποτελεί κόκκινο συναγερμό για δυνητικά επώδυνες απώλειες του Facebook. Στο Διαδίκτυο, τα τρολ για τον όμιλο του Μαρκ Ζούκερμπεργκ είχαν την τιμητική τους. Ούτε το Twitter απέφυγε τον σαρκασμό στη λακωνική, όσο και ευθύβολη, ανάρτησή του: «Γεια χαρά σε όλους – κυριολεκτικά».

Οσο για τις φήμες που κυκλοφόρησαν εκείνες τις ώρες περί κακόβουλης ενέργειας χάκερ ή και σαμποτάζ ξένης δύναμης, διαψεύστηκαν γρήγορα από την πεζή πραγματικότητα. Αργά το βράδυ της Δευτέρας, οι μηχανικοί λογισμικού του Facebook απέδωσαν το ατύχημα σε «προβληματικές αλλαγές ρυθμίσεων» των server της εταιρείας, οι οποίες έθεσαν εκτός λειτουργίας τα κέντρα δεδομένων τους. Το μπλακ άουτ επηρέασε ακόμη και τα εσωτερικά συστήματα της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος ασφαλείας, με αποτέλεσμα να μη λειτουργούν τα ηλεκτρονικά πάσα των υπαλλήλων της, οι οποίοι δεν μπορούσαν να μπουν στους χώρους εργασίας, όπως αναφέρει σχετικό ρεπορτάζ της βρετανικής εφημερίδας The Guardian. Στο ίδιο ρεπορτάζ αναφέρεται ότι μηχανικοί της εταιρείας χρειάστηκε να ταξιδέψουν στην Καλιφόρνια για να διορθώσουν επιτόπου τους servers του ομίλου, αφού δεν ήταν σε θέση να κάνουν αυτήν τη δουλειά από τα γραφεία τους.
Διαδικτυακή αυτονομία
Μικρότερη ήταν η αναστάτωση στη Ρωσία, καθώς το εγχώριο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Vkontakte έχει πολύ περισσότερους ντόπιους χρήστες από το Facebook. Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών υποστήριξε ότι η εμπειρία της Δευτέρας «απαντά στο ερώτημα εάν χρειαζόμαστε (ως Ρωσία) τα δικά μας κοινωνικά δίκτυα και τις δικές μας διαδικτυακές πλατφόρμες». Η κυβέρνηση Πούτιν επιμένει στη διαδικτυακή αυτονομία της χώρας έναντι της Αμερικής, θέτοντας αυστηρά όρια και περιορισμούς στις GAFA.

Η χθεσινή ημέρα έγινε ακόμη πιο δύσκολη για τον όμιλο Facebook, καθώς άρχισε η κατάθεση της Φράνσις Χάουγκεν, πρώην στελέχους της επιχείρησης, στην επιτροπή εμπορίου της αμερικανικής Γερουσίας. Η 37χρονη μηχανικός πληροφορικής, που αποχώρησε από το Facebook τον Μάιο, χαρακτήρισε τους πρώην εργοδότες της «μία από τις σοβαρότερες απειλές για τις ΗΠΑ, που χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση». Προσέθεσε, δε, ότι «η ηγεσία της εταιρείας γνωρίζει τρόπους για να κάνει το Facebook και το Instagram ασφαλέστερα, αλλά δεν κάνει τις αναγκαίες αλλαγές διότι έχει θέσει τα τεράστια κέρδη της πάνω από τους ανθρώπους και δεν λογοδοτεί σε κανέναν».

πηγή  kathimerini