Επιταχύνθηκε τον Νοέμβριο ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη

Ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης καλπάζει και εντείνει τις πιέσεις στην ΕΚΤ λίγες ημέρες πριν από την κρίσιμη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου. Τα τελευταία στοιχεία που δόθηκαν χθες στη δημοσιότητα και αφορούν τον Νοέμβριο φέρουν τον δείκτη να υπερβαίνει και τις πλέον απαισιόδοξες προβλέψεις. Φτάνοντας το 4,9%, όταν οι εκτιμήσεις των οικονομολόγων που μίλησαν σε σχετική δημοσκόπηση του Bloomberg κυμαίνονταν σε ένα 4,5%. Εχοντας προβλέψει την περαιτέρω επιτάχυνσή του τον Νοέμβριο, τα στελέχη της ΕΚΤ έχουν τις τελευταίες ημέρες καταβάλει κάθε προσπάθεια για να καθησυχάσουν τους πολίτες της Ευρωζώνης, που βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξήσεις τιμών πρωτοφανείς στη διάρκεια της ζωής τους και να τους πείσουν ότι οι αυξήσεις των τιμών είναι παροδικές, ότι οφείλονται στην ενεργειακή κρίση και σε έκτακτους παράγοντες και σύντομα θα αποκλιμακωθούν. Αν και περισσότερο κατηγορηματική από οποιοδήποτε στέλεχος της τράπεζας, η πρόεδρος, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει τονίσει σε όλους τους τόνους ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα υποχωρήσουν, υπήρξαν αξιωματούχοι της ΕΚΤ που εξέφρασαν φόβους για το ενδεχόμενο παγίωσης του πληθωρισμού. Ενέσπειραν, έτσι, φημολογίες και εικασίες στην αγορά ως προς τη μελλοντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη.

Η Μαέβα Κουζέν, οικονομολόγος του Bloomberg για θέματα Ευρωζώνης, επισημαίνει ότι «το κόστος της ενέργειας και ο αντίκτυπός του στα στατιστικά στοιχεία μπορούν να εξηγήσουν την εκτόξευση του πληθωρισμού αυτόν τον μήνα, αλλά παράλληλα η εικόνα προδίδει πως οι πληθωριστικές πιέσεις είναι ισχυρότερες από όσο είχαμε εκτιμήσει αρχικά. Αυτό αυξάνει τους κινδύνους, ωστόσο, η ΕΚΤ μάλλον θα επιμένει πως ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει σε επίπεδα κάτω του 2% προς τα τέλη του επόμενου έτους».

Στη Γερμανία, ο δείκτης τιμών καταναλωτή κατέγραψε τα υψηλότερα επίπεδά του από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, καθώς εκτοξεύθηκε στο 6%.

Η περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού έρχεται σε μια στιγμή κρίσιμη για την πολιτική της ΕΚΤ. Στη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου, η τράπεζα αναμένεται να ανακοινώσει τον τερματισμό του έκτακτου προγράμματος αγορών ομολόγων, που επιστράτευσε την άνοιξη του 2020 εν τω μέσω του πρώτου κύματος της πανδημίας, και παράλληλα να σκιαγραφήσει πώς θα διαμορφωθούν στη συνέχεια οι αγορές ομολόγων, αλλά και τα επιτόκια της Ευρωζώνης, ώστε να εξακολουθήσουν να στηρίζουν την οικονομία της. Η Γερμανία, όπου ο πληθωρισμός καταγράφει τα υψηλότερα επίπεδά του από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, αφού εκτοξεύθηκε στο 6% τον Νοέμβριο, αναμένεται να ασκήσει πιέσεις για εσπευσμένο τερματισμό των πολιτικών στήριξης της οικονομίας. Ο Γενς Βάιντμαν, απερχόμενος επικεφαλής της Bundesbank και ορκισμένος οπαδός της αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής και της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής, έχει ήδη προειδοποιήσει για τις εντεινόμενες πληθωριστικές πιέσεις και έχει εκφράσει την εκτίμηση πως ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης θα παραμείνει μεσοπρόθεσμα σαφώς άνω του στόχου του 2%. Αντιθέτως, ο Ισπανός ομόλογός του, Πάμπλο Χερνάντεζ ντε Κος, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις μιας εσπευσμένης άρσης των έκτακτων μέτρων στήριξης της οικονομίας. Με τον πληθωρισμό στην Ισπανία να βρίσκεται στο 5,6% και να καταγράφει τα υψηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί στη χώρα εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες, υποστηρίζει πως δεν συντρέχει λόγος να διακόψει η τράπεζα τις αγορές ομολόγων, δεδομένου ότι αναμένεται «πολύ σημαντική» αποκλιμάκωση των τιμών μέσα στο δεύτερο τρίμηνο του νέου έτους.

Εκείνο που θα καθορίσει, πάντως, τις αποφάσεις της ΕΚΤ θα είναι οι τελευταίες εκτιμήσεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη. Τον Σεπτέμβριο, οι προβλέψεις συνέκλιναν σε μια αποκλιμάκωση του δείκτη στο 1,5% μέσα στο 2023. Τώρα είναι εξαιρετικά αβέβαιο πώς θα διαμορφωθούν οι νέες εκτιμήσεις μετά την αιφνίδια εμφάνιση της μετάλλαξης «Ομικρον» καθώς δεν είναι ακόμη σαφές πόσο μεταδοτική μπορεί να είναι και, επομένως, υπάρχει το ενδεχόμενο νέων περιοριστικών μέτρων με αντίκτυπο στην οικονομία. Ηδη ορισμένες οικονομίες της Ευρωζώνης, όπως η Ολλανδία και η Γερμανία, έχουν καταφύγει σε νέους περιορισμούς, ενώ η Αυστρία και η Σλοβακία επανέφεραν το lockdown. Αν αυτά τα μέτρα εφαρμοσθούν και σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, τότε σίγουρα θα πλήξουν το ΑΕΠ και θα επιδεινώσουν περαιτέρω τα ήδη πρωτοφανή προβλήματα συνωστισμού και δυσλειτουργίας που έχουν εμφανιστεί στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Μιλώντας, άλλωστε, στη γαλλική εφημερίδα Les Echos, ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Λουίς ντε Γκίντος, άφησε να εννοηθεί πως ο πληθωρισμός αλλά και γενικότερα τα τρέχοντα προβλήματα μπορεί να διαρκέσουν για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Στο μεταξύ, μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων για τον πληθωρισμό, οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων της Γερμανίας υποχώρησαν κατά τρεις μονάδες βάσης, στο -0,35%. Οι αγορές κεφαλαίου εξακολουθούν, πάντως, να προεξοφλούν πως η ΕΚΤ θα προχωρήσει στην πρώτη αύξηση επιτοκίων μέσα στο 2023.

πηγή kathimerini