Στριμώχθηκε από την Ελλάδα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου

Μας δανείζουν τα Γλυπτά του Παρθενώνα, όποτε θέλουμε, είπε ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου, αρκεί να τους τα δώσουμε πίσω. Ενδιαφέρουσα η δήλωσή του Τζορτζ Οσμπορν στη βρετανική εφημερίδα ΤΙΜΕS, διαβάζοντας, ωστόσο πίσω από τις γραμμές, παρατηρούμε πως την έκανε επειδή αισθάνθηκε στριμωγμένος. Η πρόσφατη «ζωηρή» πολιτική της Ελλάδας για την επιστροφή των κλεμμένων από τον Έλγιν παρθενώνειων, είναι φανερό πως χρειαζόταν μια απάντηση. Τόσο ανά την υφήλιο όσο και μέσα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η καλύτερη απάντηση βέβαια θα ήταν να έλεγε πως τις επόμενες ημέρες θα ανοίξουν οι αίθουσες έκθεσης των Γλυπτών, που είναι κλειστές εδώ και μήνες. Δεν είπε.

Ο Οσμπορν, πρώην βουλευτής των Συντηρητικών, εταίρος στην επενδυτική τράπεζα Robey Warshaw από τον Απρίλιο και πρόεδρος της North Powerhouse Partnership γνωρίζει καλά πώς να δίνει διπλωματικές απαντήσεις. Σε ένα άρθρο του, αναφέρθηκε στα ελληνικά Γλυπτά του Παρθενώνα ανάμεσα σε διάφορες κινήσεις και ακτιβισμούς που λαμβάνουν χώραν στους καιρούς μας. Όπως, ας πούμε, το αίτημα για δημιουργία επιτροπών που θα αποφασίσουν ποια αγάλματα θα φύγουν και ποια θα μείνουν στις πλατείες, υπό το πρίσμα του politically correct. Ήταν φιλότεχνος και ευπατρίδης, αλλά είχε σκλάβους; Κάτω το άγαλμα. Αλλά δεν γίνεται, λέει, να αφαιρέσουμε εκθέματα από το Βρετανικό Μουσείο επειδή ο βίος του δωρητή τους δεν μας βρίσκει σύμφωνους.

Αν βέβαια αποφάσιζαν κάτι τέτοιο, ένα σωρό θησαυροί τους θα έπρεπε να επιστραφούν στις χώρες προέλευσής τους. Πρωτίστως τα Παρθενώνεια Γλυπτά, που οι Βρετανοί ονομάζουν συνήθως «ελγίνεια μάρμαρα». Έτσι τα αποκαλεί στο άρθρο του και ο κ. Όσμπορν, παρότι το μουσείο στο οποίο είναι πρόεδρος, προτιμά τα τελευταία χρόνια τον όρο «γλυπτά του Παρθενώνα». Η πίεση για αλλαγή ξεκίνησε από τη Μελίνα Μερκούρη με τον περίφημο λόγο της στην Oxford Union, ύστερα από πρόσκληση του Μπόρις Τζόνσον, τότε φοιτητή και τώρα πρωθυπουργού. «Δεν υπάρχουν ελγίνεια μάρμαρα» τόνισε αρκετές φορές. Άλλοι το εμπέδωσαν, άλλοι είναι ανεπίδεκτοι. Ο καθένας έχει τους λόγους του.

Γιατί αισθάνθηκε ο πρόεδρος των Trustees του μουσείου ότι είναι με την πλάτη στον τοίχο; Διότι και οι καιροί αλλάζουν και τα επιχειρήματα που διαθέτουν στερεύουν. Το μόνο που παραμένει σταθερό, είναι η τοποθέτηση της βρετανικής κοινής γνώμης. Με συντριπτικά ποσοστά οι Άγγλοι τάσσονται διαχρονικά υπέρ της επιστροφής τους στην Ελλάδα. Ίσως επειδή συναισθάνονται πόσο βρώμικη υπήρξε η πράξη του λόρδου Έλγιν. Ίσως διότι επιθυμούν να διορθωθεί μια αδικία. Δεν αλλάζουν γνώμη με τίποτα σε βάθος δεκαετιών.

Σε αυτούς λοιπόν κυρίως απολογείται ο Τζορτζ Όσμπορν γράφοντας: «Πρέπει να καταλάβουμε ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί να κάνουν πράξεις μεγάλης καλοσύνης και αποκρουστικής βαρβαρότητας. Τα τεχνουργήματα στο Βρετανικό Μουσείο, με τις απεικονίσεις του έρωτα και του πολέμου, αντικατοπτρίζουν αυτή την αλήθεια κατά τη διάρκεια δύο εκατομμυρίων ετών. Γι’ αυτό μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα τον εαυτό μας. Αυτός ήταν ο ιδρυτικός σκοπός όταν ιδρύθηκε ως το πρώτο εθνικό δημόσιο μουσείο του κόσμου το 1753, και παραμένει ο σκοπός σήμερα. Ήταν προϊόν λιγότερο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (η οποία δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό τον επόμενο αιώνα) και περισσότερο του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.» (σ.σ. τι θέλει να πει για τεχνουργήματα δύο εκατομμυρίων ετών, ουδείς μπορεί να μαντέψει. Ας είναι)

Και επειδή στα 260 χρόνια που μεσολάβησαν από την ίδρυση του Βρετανικού Μουσείου άλλαξαν πολλά και ιδίως το κοινό, θέτει σε συζήτηση και το αν ο Διαφωτισμός έρχεται σε αντίθεση με τη θεωρία πως κάθε πολιτισμός έχει ίση αξία αφ’ εαυτού του, με τους υπόλοιπους. Κατασκευασμένο δίλημμα. Η αξία του Διαφωτισμού, είναι, ας πούμε, αυταξία, η οποία διαπερνά τον Δυτικό Πολιτισμό. Το να υπάρχει σεβασμός και ίση μεταχείριση απέναντι σε κάθε κουλτούρα, (που πρέπει) είναι άλλης κατηγορίας ζήτημα.

«Είμαστε απλώς ένα μουσείο» σημειώνει ο κ. Όσμπορν και βγάζει το Βρετανικό Μουσείο, με τα τόσα κλεμμένα στις προθήκες του, από το κάδρο. «Δεν μπορούμε μόνοι μας να επιλύσουμε αυτές τις αντιφάσεις. Αντίθετα, μπορούμε να βοηθήσουμε να κάνουμε αυτό που κάναμε πάντα: εκπαίδευση, ενημέρωση και συμμετοχή. Θα πρέπει να το κάνουμε με αυτοπεποίθηση.

Σίγουρα, υπάρχουν και εκείνοι που αμφισβητούν το δικαίωμά μας να υπάρχουμε – το έκαναν το 1753 και το έκαναν ξανά το 2021. Φυσικά, υπάρχουν και εκείνοι που απαιτούν την επιστροφή αντικειμένων που πιστεύουν ότι δεν έχουμε δικαίωμα να κρατήσουμε. Ούτε αυτό είναι καινούργιο. Ο Λόρδος Μπάιρον σκέφτηκε ότι τα Ελγίνεια μάρμαρα (σ.σ. εδώ το ατόπημα) έπρεπε να επιστρέψουν στον Παρθενώνα.

Η απάντησή μας δεν είναι απορριπτική. Είμαστε ανοιχτοί στο δανεισμό των αντικειμένων μας σε οπουδήποτε μπορεί να τα φροντίσει και να εξασφαλίσει την ασφαλή τους επιστροφή – κάτι που κάνουμε κάθε χρόνο, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.»

Είναι διατεθειμένοι, λοιπόν, να μας τα δανείσουν (… καλοσύνη τους!) αλλά πρέπει να εξασφαλίσουμε την ασφαλή τους επιστροφή! Δηλαδή: δανεικά για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά μη διανοηθείτε πως θα τα παρακρατήσετε – σαν να ήμασταν κοινοί κλέφτες, όπως οι ίδιοι. Πρέπει να τα φέρετε πίσω.

Αυτή είναι η μεγαλύτερη παραχώρηση που φαίνεται πως μπορεί να γίνει μέχρι στιγμής από την πλευρά της Μεγάλης Βρετανίας. Να μας δανείσει τα κλεμμένα. Ωραία λογική! Δείχνει πολλά και σημαίνει πως η συζήτηση στην ουσία τώρα μόλις αρχίζει.

πηγή liberal