Δίχτυ ασφαλείας από ΕΚΤ στην Ελλάδα «βλέπει» η Fitch

Η ανακοίνωση της ΕΚΤ ότι μπορεί να αγοράσει ελληνικά κρατικά ομόλογα μέχρι το τέλος του 2024 μειώνει τον κίνδυνο για απότομη αύξηση του κόστους δανεισμού της Ελλάδας και στηρίζει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης Fitch Ratings σε έκθεσή του. Παράλληλα, ανεβάζει σημαντικά την εκτίμησή του για την ανάπτυξη φέτος, στο 8,3%, ενώ στέλνει ένα μήνυμα στην ελληνική κυβέρνηση για το τι είναι αυτό που θα «ξεκλειδώσει» τις περαιτέρω αναβαθμίσεις.

Πάντως, ένα σημείο που αξίζει προσοχής και είναι κρίσιμο για τις ελληνικές τράπεζες, είναι το γεγονός ότι δεν έχει γίνει αντιληπτό από την αγορά πως η ΕΚΤ έχει ουσιαστικά παρατείνει και την εξαίρεση (waiver) που έχει δοθεί για την αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως εγγύηση (collateral) για τις πράξεις χρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος, η οποία έληγε τον Ιούνιο του 2022. Ετσι, η Fitch αναφέρει ότι «πιστεύουμε πως η ΕΚΤ θα παραμείνει αρκετά ευέλικτη ώστε να αποφύγει αρνητικές επιπτώσεις για τη χρηματοδότηση και τη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών», επισημαίνοντας ότι θα μπορούσε να επεκτείνει το waiver. Καθώς δεν υπήρχε ξεκάθαρη δήλωση από την ΕΚΤ σχετικά με αυτό το waiver, φαίνεται πως οι αναλυτές γενικότερα δεν έχουν αντιληφθεί ότι το θέμα έχει «κλείσει». Οπως ξεκαθαρίζει στην «Κ» ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, το γεγονός ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα μετά το PEPP σημαίνει ότι και το waiver θα διατηρηθεί πέραν του Ιουνίου 2022 και έως το 2024. «Είναι αυτονόητο, όσο αγοράζονται τα ελληνικά ομόλογα κάτω από οποιοδήποτε πρόγραμμα, γίνονται αποδεκτά ως collateral» επισημαίνει χαρακτηριστικά.

Επιστρέφοντας στις εκτιμήσεις της Fitch, επισημαίνεται ότι το PEPP υπήρξε μια σημαντική πηγή ευελιξίας χρηματοδότησης για την Ελλάδα και συνέβαλε στη διατήρηση των επιτοκίων του ελληνικού χρέους σε χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, όπως τονίζει, εκτός από την ΕΚΤ υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που υποστηρίζουν επίσης τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Μεταξύ αυτών είναι τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα (κοντά στο 18% του ΑΕΠ), τα οποία καλύπτουν απόλυτα, κατά τον οίκο, την εξυπηρέτηση του χρέους το 2022. Επίσης, το ευνοϊκό προφίλ ελληνικού χρέους, σημαίνει ότι το μέσο κόστος εξυπηρέτησης είναι χαμηλό και ότι το χρέος είναι γενικότερα διαχειρίσιμο. Επιπλέον, η στρατηγική διαχείρισης που ακολουθεί ο ΟΔΔΗΧ έχει σημαντικά αποτελέσματα: η πρόσφατη συμφωνία για την ανταλλαγή των ομολόγων που είχαν μείνει εκτός PSI μείωσε, σύμφωνα με τον οίκο, τις αποσβέσεις για την περίοδο 2023-2025 κατά περίπου 1,1 δισ. (0,5% του προβλεπόμενου ΑΕΠ 2023). Παράλληλα, η μέση ωρίμανση του ελληνικού χρέους, περίπου 19 έτη, είναι επίσης από τις μεγαλύτερες διεθνώς, ενώ η Ελλάδα ετοιμάζεται να αποπληρώσει και τα εκκρεμή δάνεια στο ΔΝΤ το επόμενο έτος.

Παρά τους παραπάνω υποστηρικτικούς παράγοντες, η Fitch επισημαίνει πως το πολύ υψηλό χρέος της Ελλάδας αποτελεί «βάρος» για την αξιολόγησή της. Εκτιμάει ότι το χρέος προς το ΑΕΠ το 2021 θα υποχωρήσει στο 197,3%, από το υψηλό του 206,3% το 2020, όμως εξακολουθεί να είναι το τρίτο υψηλότερο στον κόσμο και θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, λίγο κάτω από το 188% και το 2023.

Ωστόσο, τα χαμηλότερα ελλείμματα και η σταθερή ανάπτυξη θα στηρίξουν τη μείωση του χρέους. Ο οίκος αναβαθμίζει τις εκτιμήσεις του και πλέον προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 8,3% φέτος από 6% πριν, ενώ προβλέπει ισχυρή ανάπτυξη και το 2022-2023 στο 4,1% και 3,6% αντίστοιχα.

Τέλος, αναφέρει πως η επόμενη αξιολόγησή του είναι στις 14 Ιανουαρίου και τονίζει ότι η μεγαλύτερη εμπιστοσύνη για το δημόσιο χρέος/ΑΕΠ που επιστρέφει σε σταθερή καθοδική πορεία μετά το σοκ της COVID-19, η συνεχιζόμενη βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών και η καλύτερη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση.

Πηγή kathimerini