Θα βγει από το βάλτο του 2021 το Χρηματιστήριο Αθηνών;

Τρεις μήνες ανόδου και εννέα πλάγιας κίνησης. Αυτή είναι η εικόνα που αφήνει το 2021 στο χρηματιστήριο Αθηνών, με το σχεδόν +10% του γενικού δείκτη να ικανοποιεί, όπως όλα δείχνουν τα περισσότερα χαρτοφυλάκια, καθώς συγκρατεί το βαθμό ρίσκου σε χαμηλά επίπεδα. Αποτυπώνει όμως και το γενικότερο αίσθημα της μικρής εμπιστοσύνης, σε μια αγορά που αναδύεται από τις στάχτες της πολυετούς δημοσιονομικής κρίσης, αντιμετωπίζοντας όμως και το “κινηματογραφικό σενάριο” της πανδημίας που βιώνει ο κόσμος.

Βέβαια, παρά την εννεάμηνη συσσώρευση και την απουσία επενδυτικών πρωτοβουλιών για υψηλότερα επίπεδα, η αγορά κατάφερε να κρατήσει κάποιες άμυνες στις αναταράξεις που προκάλεσε η νέα έξαρση της πανδημίας, αλλά και να δει με μεγαλύτερες αξιώσεις την επί χρόνια παραγκωνισμένη μεσαία κεφαλαιοποίηση. Έτσι, εάν κάποιος αφήσει πίσω του τις επιδόσεις των “μεγάλων” της Λ. Αθηνών, θα δει τα “διαμάντια” που ανέδειξε το 2021 στη μεσαία κεφαλαιοποίηση, ο δείκτης της οποίας κατέγραψε κέρδη σχεδόν 35%.

Μια επίδοση που ξεπερνά ακόμη και τις καλύτερες αποδόσεις που προσέφεραν μεγάλοι ευρωπαϊκοί δείκτες, και η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κερδοσκοπική, με την έννοια των βραχυπρόθεσμων κινήσεων. Επίσης, σημαντικός αριθμός εταιρειών από τη μεσαία και μικρή κεφαλαιοποίηση έχουν τις προϋποθέσεις να αποτελέσουν ελπιδοφόρα turn-around stories με τη λειτουργική κερδοφορία να επεκτείνεται και στα τελικά αποτελέσματα, συχνά εξαιτίας της δραστικής μείωσης των χρηματοοικονομικών εξόδων τους.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αν και το 2021 αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, η πολύμηνη συσσώρευση, η φθηνή σχετικά αποτίμηση τόσο σε όρους P/E, όσο και σε όρους P/BV, αλλά και οι επανειλημμένες ανεπιτυχείς προσπάθειες για υπέρβαση των υψηλών εξαετίας, στις 950 μονάδων, έχουν καλλιεργήσει τις προσδοκίες ότι ο γενικός δείκτης μπορεί να δώσει στο 2022 την ποθητή ανοδική διαφυγή προς τις 1.000 μονάδες. Ωστόσο, θα χρειαστεί να ξεπεραστεί η παρούσα μετάλλαξη και να μην εμφανιστεί μια ακόμη που θα εγείρει εκ νέου αμφιβολίες για τον ρυθμό της ανάκαμψης.

Το ΧΑ άλλωστε, είναι γνωστό για τη μεγάλη ευαισθησία που έχει στα εξωτερικά σοκ, λόγω και της ρηχότητάς του, ενώ συγχρονίζεται σε μικρότερο βαθμό με τις ανοδικές κινήσεις των ευρωπαϊκών αγορών καθώς ανήκει μεν στην ευρωζώνη αλλά ταυτόχρονα είναι και αναδυόμενο, δυσκολότερο επομένως να επιλεγεί από τους διεθνείς επενδυτές υπό συνθήκες αυξημένων επενδυτικών κινδύνων.

Συνεχίζονται τα σοκ της πανδημίας
Αυτό φυσικά που επισημαίνεται από τους περισσότερους αναλυτές είναι εάν μια νέα, εξαιρετικά μεταδοτική παραλλαγή του κορονοϊού, θα μπορούσε να ανακόψει την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και κατ’ επέκταση την ανοδική πορεία του ΧΑ. Όπως άλλωστε έχει αναφέρει και η BlackRock, μια νέα παράλλαξη που μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρά μέτρα περιορισμού, θα προκαλέσει επίσης και υποβαθμίσεις της ανάπτυξης και σε επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος, με σημαντικές επιπτώσεις σε διαφόρους κλάδους.

Άλλωστε αυτά τα “pullback” βίωσε και το ΧΑ το 2021, όταν και προσδοκούσε κάποια αναβάθμιση κοντά στην επενδυτική βαθμίδα, αλλά οι οίκοι αξιολόγησης κράτησαν πιο επιφυλακτική στάση. Και για να μπορέσει η Ελλάδα να εγκαταλείψει το κλαμπ των “σκουπιδιών” (junk bond) θα πρέπει να συντρέχουν αρκετοί λόγοι, αλλά καθοριστικοί για την προσέλκυση επενδύσεων, την εγκαθίδρυση ενός κλίματος εμπιστοσύνης και τη δημιουργία ενός φιλικού προς την επιχειρηματικότητα περιβάλλοντος. Μερικοί από αυτούς, όπως τους σκιαγράφησε και η Alpha Bank, είναι η επίτευξη υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ τα επόμενα δύο έτη, σε συνδυασμό με μέτριας έντασης και πιθανότατα παροδικές πληθωριστικές πιέσεις. Επίσης, θετικά θα λειτουργήσουν η περαιτέρω συρρίκνωση του δημοσίου χρέους, η εμπροσθοβαρής υλοποίηση έργων που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης και η υιοθέτηση βασικών οριζόντιων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Η υποστήριξη από τους αναλυτές
Πάντως, παρά το γεγονός ότι το Χρηματιστήριο απογοήτευσε και δεν έδωσε έως τώρα τα κέρδη που ανέμενε η αγορά, και κυρίως το ισχυρό ράλι προς το τέλος του έτους και τις 1.000 μονάδες, οι αναλυτές εμφανίζονται αισιόδοξοι για το 2022 και “μεταφέρουν” έτσι τις πολύ θετικές τους εκτιμήσεις για το νέο έτος. Σημαντική “πηγή” αυτής της αισιοδοξίας είναι ότι το ΑΕΠ θα εξακολουθήσει να αναπτύσσεται το 2022, σε συνέχεια μιας επίδοσης που πιθανολογείται ότι θα ξεπεράσει το +8%, αλλά και οι ισχυρές αποδόσεις που αναμένεται να προσφέρει ο τραπεζικός κλάδος, ο οποίος έχει κάνει σημαντική πρόοδο στην εξυγίανση του. Ακόμη και η εκπροσώπηση ελληνικών μετοχών στο δείκτη MSCI Standard Greece που τώρα περιλαμβάνει 6 τίτλους (ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, Jumbo, ΔΕΗ, Alpha και Eurobank) αναμένεται να διευρυνθεί με άλλες 2-3 εντός του 1ου εξαμήνου του 2022, σύμφωνα με τους αναλυτές.

Η ισχυρή ανάπτυξη του ελληνικού ΑΕΠ, κατά τη Eurobank Equities, θα “μεταφραστεί” σε 14% αύξηση των λειτουργικών κερδών στους κλάδους εκτός των χρηματοοικονομικών το επόμενο έτος, μετά από 10% το 2021, καθιστώντας την Ελλάδα μια αγορά “καθοδηγούμενη από την κερδοφορία των εισηγμένων” και όχι απλώς μια περίπτωση re-rating.

Στο ίδιο μήκος και η Jefferies η οποία βλέπει πως οι προοπτικές τόσο για την ελληνική οικονομία όσο και για τις ελληνικές μετοχές είναι ξεκάθαρα θετικές, και για αυτό αναβάθμισε τη στάση της για την ελληνική αγορά από μέτρια bullish σε απόλυτα bullish. “Η Ελλάδα κάνει το καλύτερο που μπορεί”, επισήμανε χαρακτηριστικά, ενώ για την JP Morgan, το 2022 μπορεί να αποτελέσει χρονιά-ορόσημο για την Ελλάδα καθώς θα επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα, προσελκύοντας έτσι περισσότερα ξένα κεφάλαια.

Στα παραπάνω βέβαια, δεν λείπει και ο “αστερίσκος” της Goldman Sachs, η οποία δεν βλέπει πλέον την επιστροφή του Γενικού Δείκτη στις 1.000 μονάδες και στα υψηλότερα επίπεδα από το 2014 όπως ανέμενε και… ελπίζει εδώ και καιρό η αγορά. Σύμφωνα πάντως με τις εκτιμήσεις της Goldman Sachs οι ελληνικές μετοχές αναμένεται το 2022 να καταγράψουν άνοδο της τάξης του 8% σε σχέση με τα τρέχοντα επίπεδα, που είναι συγκριτικά χαμηλότερα από την πλειοψηφία, ενώ βλέπει τον Γενικό Δείκτη να κινείται στις 950 μονάδες το 2022, έναντι των 1.000 μονάδων που προέβλεπε πριν λίγο διάστημα.

Σε ό,τι αφορά την κερδοφορία, η αμερικανική τράπεζα εκτιμά πως τα κέρδη ανά μετοχή των ελληνικών μετοχών θα σημειώσουν αύξηση της τάξης του 8% έναντι 17% που προέβλεπε η αγορά (consensus), ενώ η μερισματική απόδοση θα διαμορφωθεί στο 3% και σε αρκετά καλά επίπεδα σε σχέση με τις υπόλοιπες αγορές. Τέλος, ο δείκτης p/e εκτιμά ότι θα παραμείνει στα τρέχοντα επίπεδα του 10x, που σημαίνει ότι δεν βλέπει ιδιαίτερο re-rating.

Ο ρόλος των τραπεζών
Δεν περνά πάντως ανάλυση για την πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου, χωρίς να υπάρξει ειδική αναφορά στον τραπεζικό κλάδο. Και οι αναφορές τελευταία είναι άκρως θετικές, δεδομένης της εξυγίανσης του κλάδου, των προοπτικών της πιστωτικής επέκτασης και σαφώς και της οικονομικής ανάπτυξης.

Όπως αναφέρει η Wood, οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών, όπως επισημαίνει η Wood, παραμένουν ελκυστικές, με τις ελληνικές τράπεζες να διαπραγματεύονται, κατά μέσο όρο, κάτω από το 0,5x σε όρους εκτιμώμενου P/TBV του 2021E, με τον δείκτη P/E να κινείται στο 6x το 2022 και στο 5x το 2023.

Από την πλευρά της η Axia Research επισημαίνει ότι οι μετοχές και των τεσσάρων ελληνικών τραπεζών έχουν σημαντικά περιθώρια ανόδου. Η Εθνική Τράπεζα εμφανίζει περιθώριο της τάξης του +112% από τα τρέχοντα επίπεδα, την Alpha Bank να έχει περιθώριο ανόδου της τάξης του 71%, την Eurobank με περιθώριο ανόδου 67% και την Τράπεζα Πειραιώς με περιθώριο ανόδου 64%.

Overweight το 2022 συστήνει για τις ελληνικές τράπεζες και η JP Morgan, τονίζοντας ότι το έτος όπου η αναπροσαρμογή του κόστους των ιδίων κεφαλαίων για τον καθαρισμό και την ανάκαμψη των NPEs των τραπεζών στους ισολογισμούς, αντικαθίσταται από ισχυρούς δείκτες ROE που βασίζονται στις προμήθειες και τα κόστη.

Ανάλογο “σήμα” έχει στείλει και η Moody’s επισημαίνοντας πως η βελτίωση της απόδοσης των δανείων και της φερεγγυότητας των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών έχουν οδηγήσει σε θετικές δράσεις αξιολόγησης, ενώ οι προοπτικές για ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη θα ενισχύσουν την κερδοφορία τους τους επόμενους μήνες, υποστηρίζοντας περαιτέρω την πιστοληπτική τους ικανότητα.

πηγή capital