Ελληνοτουρκικά: «Ανάσχεση ή σύμπραξη»; Ο Αντιπτέραρχος Ευ. Γεωργούσης απαντά

Είναι πολλά τα χρόνια που δεν έχει περάσει μέρα ,σχεδόν, που κάποιος τούρκος επίσημος να μην κάνει κάποια δήλωση εναντίον της Ελλάδος. Τα τελευταία δε, η αμφισβήτηση νησιωτικής εθνικής μας κυριαρχίας είναι συνεχής από τα πλέον αρμόδια κυβερνητικά στελέχη, αδιαφορώντας για τις προβλέψεις των Διεθνών Συνθηκών, κάποιες των οποίων έχει και η Τουρκία υπογράψει. Το 2020 όμως, η τουρκική μεθοδολογία εκφράστηκε και επί του πεδίου. Ηθελε να καταδείξει σε όλους τους διεθνείς παίκτες, αλλά κυρίως στην στην πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας μας ότι , οι σχεδιασμοί καιοι προθέσεις της περί ‘’Περιφερειακής Δύναμης’’, δεν είναι μόνο λόγια. Πίστευε φαίνεται, ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να πειστεί η Κυβέρνηση της Ελλάδος πως η πλέον συμφέρουσα για αυτήν εξωτερική και αμυντική πολιτική ήταν αυτή της ‘’Σύμπραξης’’, δηλαδή του κατευνασμού. Να αποδεχθεί η Ελλάδα ότι δεν έχει άλλη λύση από την αποδοχή της πραγματικότητας , όπως οι ίδιοι την προβάλουν. Ότι, δηλαδή η Τουρκία είναι ήδη μία σοβαρή Περιφερειακή Δύναμη που δεν αστειεύεται και εμείς μία χώρα περιορισμένων δυνατοτήτων , που δεν μπορούμε να το αλλάξουμε. Επομένως η Τουρκία μας δείχνει συνεχώς και με όλους τους τρόπους, πως βλέπει τη συμμαχία μας στο ΝΑΤΟ, πως εκλαμβάνει την προσέγγιση της στα δεδομένα της Ε.Ε. και από που θα ξεκινήσουν οι συνομιλίες που ζητάει , αν η Ελλάδα δεχθεί αυτόν τον τρόπο επίλυσης των θεμάτων που η ίδια θέτει. Εξ άλλου, οι διερευνητικές συνομιλίες, που από χρόνια διεξάγονται, έχουν δείξει τις προθέσεις της χώρας αυτής.

Ευτυχώς η Κυβέρνηση της χώρας μας δεν άκουσε και δεν αποδέχθηκε όλα αυτά τα μηνύματα τα οποία έχουν και εσωτερικούς ‘’πομπούς’’με διάφορες παραλαγές στην έκφραση και ακολούθησε την πολιτική της ‘’Ανάσχεσης’’, με όλα τα μέσα, σε όλα τα επίπεδα και με όλους τους τρόπους.

Είναι αλήθεια πως ορισμένα ,σοβαρού γεωπολιτικού βάρους, μεγέθη μεταξύ των δύο χωρών, έχουν την σημασία και την αξία τους και φυσικά θα ήταν μεγάλο λάθος να μη λαμβάνονται υπόψη. Όμως αυτά δεν μπορούν , από μόνα τους να καθορίσουν την Εθνική μας Πολιτική. Η γεωγραφία και η γειτνίαση μας με την Τουρκία δεν μπορεί να αλλάξει. Τα μεγέθη όπως , έκταση , πληθυσμός και Α.Ε.Π. είναι σαφώς εις βάρος μας και τουλάχιστον τα δύο πρώτα μάλλον δεν ανατρέπονται. Το τρίτο, όπως και η οικονομική ανάπτυξη είναι μεταβαλλόμενα και εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες κάθε περίοδο. Η επί 20ετία ,σχεδόν , κυβερνητική κυριαρχία του Ερντογάν έχει αλλάξει την Τουρκία σε κάποιους πολύ βασικούς τομείς. Στις υποδομές είναι μία άλλη χώρα. Η οικονομία της έχει πλέον άλλη δομή. Έχει ευρεία παραγωγική βάση σε όλους τους τομείς, με ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό επί εδάφους υψηλών ξένων επενδύσεων. Αυτές οι οικονομίες δεν καταρρέουν λόγω , έστω και σοβαρής , διαταραχής της νομισματικής ισοτιμίας, όπως πιστεύουν ή περιμένουν μερικοί πατριώτες μας. Η αμυντική τους βιομηχανία συνεχώς ανέρχεται και καλύπτει πάρα πολλούς τομείς . Εκτός από την υποστήριξη του συνόλου των Τ.Ε.Δ., κάνει σοβαρές εξαγωγές συνεισφέροντας στον κρατικό ‘’κορβανά’’, αλλά και δημιουργώντας πεδία διπλωματικής δράσης στις χώρες εξαγωγής.

Αν λάβουμε υπόψη μας όλα τα πάρα πάνω , αλλά κυρίως το αυτοκρατορικό παρελθόν της χώρας αυτής, σε συνδυασμό με την μεγαλομανία Ερντογάν και τον θρησκευτικό φανατισμό του, μπορούμε , με σχετική βεβαιότητα , να ερμηνεύσουμε την σημερινή Εθνική Πολιτική της Τουρκίας. Βασισμένος στις θεσμικά καταγεγραμμένες επεκτατικές νόρμες του κεμαλισμού(Τουρκικός Εθνικός Όρκος), ο Ερντογάν έχει δεσμεύσει όλες ,σχεδόν, τις πολιτικές δυνάμεις στην Στρατηγική Πολιτική της Περιφερειακής Δύναμης. Αυτή η πολιτική απαιτεί να μην έχει καμία δέσμευση στην εξωτερική πολιτική και φυσικά να αλλάξει τις Διεθνείς Συνθήκες που είναι εμπόδιο στην υλοποίηση του εθνικού τους όρκου. Οι επιχειρησιακές εκφάνσεις αυτής της Στρατηγικής , είναι απόλυτα εμφανείς σε διπλωματικό και πρακτικό επίπεδο. Το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της θάλασσας πρέπει να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της Τουρκίας, μέσω του σχεδίου της ‘’Γαλάζιας Πατρίδας’’. Αυτό πρέπει να το δεχθούν κυρίως η Ελλάδα και η Κύπρος. Η κυριαρχία μας σε πολλά νησιά μας αμφισβητείται διπλωματικά(επιστολή στον Ο.Η.Ε.) και πρακτικά με τις πτήσεις άνωθεν αυτών από μαχητικά αεροσκάφη και UAV’S . Αρα ,κατά την Τουρκία πρέπει να επανεξετάσουμε τα καθοριζόμενα από τις Διεθνείς Συνθήκες περί κυριαρχίας των νησιών στο Αιγαίο.

Δυστυχώς είναι προφανές, πως αυτή η τουρκική Εθνική Πολιτική δεν μπορεί ν’αλλάξει, αν η Ελλάδα και η Κύπρος ακολουθήσουν τις θεωρίες περί εξωτερικής πολιτικής στη βάση της ‘’Σύμπραξης’’ και της ΄΄Συμπερίληψης’’(Π.Κ. Ιωακειμίδης,’’Τα Νέα’’ 4/1) επειδή η Τουρκία είναι ήδη Περιφερειακή Δύναμη. Και δεν θα αλλάξει διότι αυτό ακριβώς απαιτεί από την Ελλάδα και την Κύπρο. Να δεχθούν και να συμπράξουν στην δική της λογική. Μία λογική που λέει πως για να αισθάνομαι εγώ ασφαλής , θα με ρωτάτε , θα λαμβάνετε την δική μου άδεια, για να επισκεφθούν έλληνες επίσημοι τα νησιά. Αυτή η προσέγγιση δεν λέγεται ούτε ‘’Φιλανδοποίηση’’, αλλά απόλυτη ‘’Τουρκοποίηση’’. Αν , από το 1947 , το κράτος του Ισραήλ είχε ακολουθήσει ανάλογες και σχετικές θεωρίες ειρήνης με τους αντιπάλους του στη Μέση Ανατολή, επειδή είχε την ίδια ,σχεδόν, συγκριτική αναλογία μεγεθών γεωγραφικής έκτασης , πληθυσμού και οικονομίας, μάλλον σήμερα δεν θα υπήρχε.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο στα γεωπολιτικά δεδομένα της περιοχής μας είναι η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στην εξωτερική πολιτική των χωρών αυτής. Η πολιτική της Τουρκίας ,στη βάση της Περιφερειακής Δύναμης, έχει τύχει μέχρι τώρα της έντονης οικονομικής και όχι μόνο, εκμετάλλευσης από τη Μόσχα. Όμως βάζει τους περιορισμούς της όπου αυτή δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Η Κίνα διατηρεί μία στάση στρατηγικής αναμονής και παρατήρησης των εξελίξεων . Οι Η.Π.Α. φαίνεται ότι δεν θέλουν να χάσουν οριστικά τον ‘’επιτήδειο ουδέτερο’’ του Β’ Π.Π. από το δυτικό ‘’μαντρί’’ και του δίνουν χρόνο και χώρο για να αλλάξει στοιχεία της πολιτικής του. Δεν είναι διατεθειμένες να δεχθούν το σύνολο των τουρκικών επιδιώξεων στην περιοχή ,ιδιαίτερα αυτές που διαταράσσουν τις ισορροπίες εθνικών συμφερόντων συμμάχων χωρών και αυξάνουν την ρωσική και κινεζική επιρροή αμέσως ή εμμέσως.

Η πολιτική της ‘’Ανάσχεσης’’ της εν λόγω , τουρκικής εθνικής πολιτικής , που ήδη έχει επιλεγεί από όλες τις ελληνικές Κυβερνήσεις , δεν μπορεί παρά να είναι η μόνη δική μας ‘’Εθνική Στρατηγική’’, όσο η Τουρκία δεν αλλάζει. Τα δύο ελληνικά εθνικά κέντρα, Ελλάδα και Κύπρος, δεν έχουν περιθώρια χαλαρής συνεργασίας. Αντίθετα, αν θέλουμε αυτή η επιλογή μας να είναι αποτελεσματική, η συνένωση σχεδιασμών και δυνάμεων στην εξωτερική και αμυντική πολιτική, είναι ένας επιβεβλημένος μονόδρομος. Η τουρκική πολιτική για την επίλυση του κυπριακού προβλήματος είναι πλέον καθαρή. Δύο ισότιμα κράτη στο νησί. Για να αλλάξει , κάποτε , πολιτική η Τουρκία και να αποδεχθεί μία δίκαιη, έστω σε εισαγωγικά, λύση, θα πρέπει να διαπιστώσει ότι η επιλογή της αυτή των δύο κρατών, δεν την συμφέρει. Αυτό μπορεί να συμβεί , μόνο, όταν η ελληνική αμυντική ‘’Ασπίδα’’ αποκτήσει και διπλό αμυντικό ‘’Δόρι ‘’ και ‘’Τόξο’’. Ένα από Ελλάδα και ένα από Κύπρο. Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο.

Ο Εθνικός Σχεδιασμός με διαχρονική επιμονή στον βασικό του στόχο, της αποτροπής και της ανάσχεσης , είναι άμεση ανάγκη. Οι συμμαχίες με φίλες χώρες είναι χρήσιμες και αναγκαίες για να κερδίσουμε χρόνο και γεωπολιτικούς βαθμούς. Η άμυνα όμως του ελληνισμού είναι αποκλειστικά δικό μας καθήκον και ευθύνη.

πηγήmilltair