Στην Ελλάδα με ένα τσίπουρο γιορτάζουμε τα πάντα και τίποτα

Στην Ελλάδα με ένα τσίπουρο γιορτάζουμε τα πάντα και τίποτα. Το εθνικό μας απόσταγμα, που έχει το χάρισμα να μας κρατάει ενωμένους και χαρούμενους για πολλές ώρες γύρω από ένα τραπέζι, βρίσκεται πλέον εκτός από παραδοσιακά μαγαζιά και νεοκαφενεία και σε λίστες καλών εστιατορίων.

Για πολλά χρόνια, αν εξαιρέσεις τον Βόλο, τα Γιάννενα και την Κρήτη, όπου η εκπαίδευση των νέων, ιδιαίτερα των φοιτητών στην τσιπουροποσία αποτελεί διαχρονική παράδοση, η απόλαυση του εθνικού μας αποστάγματος ήταν μια συνήθεια που οι νέοι είχαν συνδεδεμένη κυρίως με οικογενειακές συγκεντρώσεις και σποραδικές επισκέψεις στην επαρχία.Με την τυποποίηση του τσίπουρου να ξεκινάει μόλις το 1988 και τις εικόνες των πλαστικών μπουκαλιών με το τσίπουρο από το χωριό στο ψυγείο για τον μεζέ της Κυριακής μεγαλώσαμε οι περισσότεροι νέοι των αστικών κέντρων όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη.

Γενιές και γενιές Ελλήνων από το 1980 και έπειτα μεγάλωσαν πίνοντας βότκα, ουίσκι και λοιπά ποτά εισαγωγής αφήνοντας για
καιρό στην άκρη τα ελληνικά αποστάγματα και τον τρόπο απόλαυσής τους. Ιδιαίτερο ρόλο στην περιθωριοποίηση του τσίπουρου έπαιξε η ξενομανία των προηγούμενων δεκαετιών με τον παράλληλο καταιγισμό διαφήμισης και ανάπτυξης μεγάλων δικτύων διανομής προϊόντων εισαγωγής. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 η κατά κεφαλή κατανάλωση ουίσκι άρχισε να είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη. Πόση εμπιστοσύνη, άλλωστε, να έχεις σε ένα απόσταγμα το οποίο συνήθως συντηρείται σε πλαστικό μπουκάλι και ησυνηθέστερη συνέπεια της κατανάλωσής του είναι τουλάχιστον μια χαμένη επόμενη μέρα; Φωτεινά διαλείμματα, τα πεσκέσια από τον «νοικοκύρη» θείο από το χωριό ή το νησί σε γυάλινο μπουκάλι με την ένδειξη «αγίασμα» ή η σποραδική επίσκεψη σε στέκια μεγαλύτερων με κάποιον θείο που «ξέρει»…

 

Πίνω για να μοιραστώ
Η οικονομική κρίση του 2010 έπαιξε τεράστιο ρόλο στη μεταστροφή των νέων προς την παράδοση και την επιλογή της τσιπουροποσίας ως τρόπου συχνής διασκέδασης. H ανάγκη για μοίρασμα, αλληλεγγύη και αγάπη ξαναέφερε στο προσκήνιο το ελληνικό απόσταγμα. Το
τσίπουρο, η τσικουδιά και το ούζο εκεί που αφήνουν ανεξίτηλο το σημάδι τους είναι στις παρέες.

Η οξύτητα, η αρμύρα, η πίκρα, οι εντάσεις, το πάθος, το μοίρασμα είναι τα χαρακτηριστικά του. Στη φράση «πάμε για ένα» κρύβεται η διάθεση να σταματήσει το ρολόι, να μιλήσεις και να ακούσεις. Στην Ελλάδα με ένα τσίπουρο γιορτάζουμε τα πάντα και τίποτα. Η τσιπουροκατάνυξη είναι συλλογική παράδοση, είναι επαφή! Ο Βόλος και η Κρήτη διατηρώντας ζωντανή την παράδοση υπήρξαν το εφαλτήριο για την αφύπνιση της συλλογικής μνήμης και την αναγέννηση της κουλτούρας τού να μαζεύεσαι γύρω από ένα τραπέζι χαλαρά σε σχέση αμβλείας γωνίας μαζί του. Να σιγοτρώς, να σιγοπίνεις με αντικειμενικό σκοπό την επίλυση των παγκόσμιων προβλημάτων. Ενίοτε μιας βαθιάς εξομολόγησης, ενός ερωτικού δράματος, ενός κτισίματος φιλίας. Να μην τρως για να χορτάσεις, να μη θες να φουσκώσεις, να μη θες να σου έρθει υπνηλία από το φαγητό, να θες μια γλυκιά ζάλη να ερεθίσει τον εγκέφαλο, να βγάλεις τα σώψυχά σου. Να δακρύσεις από αγάπη για τον φίλο σου, να ταπεινωθείς για τον άτυχο έρωτά σου, να φύγεις παραπατώντας μεν, αλλά όρθιος δε.

Μια τέτοια κουλτούρα δεν θα μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους σημερινούς νέους, οι οποίοι ζώντας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους ανάμεσα στις διδαχές της παράδοσης των προηγούμενων γενιών (όλοι είχαμε έναν μερακλή θείο, παππού, πατέρα) και του κατακλυσμού των πληροφοριών για την εξέλιξη και τις ιδιαιτερότητες της τσιπουροποσίας, έχουν αρχίσει να γίνονται η πλειονότητα στα στέκια των πατεράδων τους, με αρκετούς να δημιουργούν αντίστοιχους νέους χώρους. Η μνήμη της γεύσης δείχνει να αναβιώνει ανά την επικράτεια. Δεν είναι άλλωστε τυχαίοι οι χαρακτηρισμοί «νεοκαφενείο», «μεταμοντέρνο τσιπουράδικο» κ.λπ. που αποδίδονται κατά καιρούς σε νέα πρότζεκτ ανά την Ελλάδα.

Βρισκόμαστε στη στιγμή κατά την οποία η παγκόσμια τάση των food to share, zero food waste και eat like a local παρέχουν μια μοναδική ευκαιρία στην ανάδειξη της κουζίνας των φτωχών της χώρας μας, της κουζίνας του καφενέ, του ουζερί, του τσιπουράδικου. Αυτής της μικρής, συνήθως από πλευράς χώρου, αλλά συνάμα μεγάλης κουζίνας. Όλο και περισσότεροι καταξιωμένοι σεφ έρχονται σε επαφή με τον μεζέ και όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι παρακολουθούν τα πρότζεκτ τους, δοκιμάζουν τις δημιουργίες τους συνοδεία τσίπουρου και επικοινωνούν την εμπειρία τους μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

 

Η είσοδος στα σαλόνια
Η ένταξή του και μόνο στην πλειονότητα των καταλόγων ελληνικών εστιατορίων υψηλής γαστρονομίας μαρτυρά την αναγνώριση της συνεισφοράς του στη διαμόρφωση της νέας ελληνικής κουζίνας. Η κουλτούρα του τσίπουρου με αυτό τον τρόπο δείχνει ότι ήρθε για να μείνει και, γιατί όχι, να περάσει με επιτυχία τα σύνορα της χώρας μας και να καθιερωθεί στη συνείδηση των επισκεπτών της ως η απόλυτη ελληνική γαστρονομική εμπειρία.
Η σε μεγάλο βαθμό εξοικείωση των νέων με την ενημέρωση σχετικά με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά αποσταγμάτων εισαγωγής
τούς βοηθάει αρκετά να καταλάβουν την κατηγοριοποίηση και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των μοναδικών ελληνικών αποσταγμάτων γρηγορότερα από τις προηγούμενες γενιές, πράγμα που τους κάνει να αποτελούν το ιδανικό κοινό για τη διάδοση της κουλτούρας. Στις μέρες μας σε ένα τσιπουράδικο όλο και πιο συχνά θα ακούσεις την ερώτηση «Από μονοποικιλιακά τι έχετε;».

Όλα τα παραπάνω είναι χαρακτηριστικά της νεότητας και το τσίπουρο μπορεί να είναι ένα ποτό με παράδοση αιώνων, αλλά δεν παύει ως προϊόν να είναι φρέσκο και γεμάτο ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον. Η δυνατότητα παλαίωσης και η ένταξη του τσίπουρου στους καταλόγους εμβληματικών μπαρ της χώρας για χρήση ως βάση για κοκτέιλ, long drinks ή on the rocks είναι μια πρώτη αρχή για την ενδυνάμωση της εικόνας της τοπικότητας και του χαρακτήρα τόσο του ίδιου του αποστάγματος όσο και των ελληνικών μπαρ.

 

Παραγωγοί νέας γενιάς
Από τη μεριά τους οι Έλληνες αποσταγματοποιοί αφουγκραζόμενοι τις επιταγές της εποχής προχώρησαν στην αναβάθμιση των
εγκαταστάσεών τους, στην εφαρμογή νέων τεχνικών απόσταξης και τη δημιουργία καινοτόμων προϊόντων, με αποτέλεσμα σήμερα η
πολυπλοκότητα και η ποικιλία των ελληνικών αποσταγμάτων να ξεπερνάει κατά πολύ τις προσδοκίες ενός συνεχώς αυξανόμενου
κοινού. Και εδώ η νέα γενιά αποσταγματοποιών είναι αυτή που παίρνει τη σκυτάλη από τους παλιούς και ανανεώνει την εικόνα του
τσίπουρου στη συνείδηση των καταναλωτών. Το ρητό ότι το κρασί ξεκινάει από το αμπέλι ισχύει και για το τσίπουρο. Έτσι, λοιπόν, γεωπόνοι, αμπελουργοί, οινολόγοι, χημικοί και αποσταγματοποιοί (πολλές φορές με σπουδές και παραστάσεις από το εξωτερικό) συνεργάζονται ιδανικά για να διαμορφώσουν το τελικό προϊόν. Τα πρώτα μετάλλια σε διεθνείς διαγωνισμούς άρχισαν σιγά-σιγά να προσδίδουν κύρος στα ελληνικά αποστάγματα.

 

Έχουμε βέβαια δρόμο να διανύσουμε ως την επιτυχία, αλλά το φωτεινό παράδειγμα των Ελλήνων οινοποιών με τη σπουδαία
δουλειά που κάνουν στην οινοποίηση και τη διείσδυση στην παγκόσμια αγορά κάνει τους λάτρεις των ελληνικών αποσταγμάτων
να κλείνουν το μάτι με αισιοδοξία. Αν μου ζητούσε κάποιος να απαριθμήσω τα αγαπημένα μου αποστάγματα, πολύ φοβάμαι ότι θα τρόμαζε στον αριθμό, έτσι λοιπόν θα επιλέξω τυχαία μερικά από αυτά, με την ελπίδα ότι την επόμενη φορά θα έχουμε τη δυνατότητα να δούμε και άλλα πολύ ενδιαφέροντα.

Έως τότε… αγάπη και τσίπουρο!

πηγή  oliviemagazine