Στενεύουν τα περιθώρια για τον προϋπολογισμό

Σε δοκιμασία έβαλαν τον στόχο του προϋπολογισμού για έλλειμμα 1,4% του ΑΕΠ τα μέτρα 1,1 δισ. ευρώ που ανακοίνωσε η κυβέρνηση την περασμένη εβδομάδα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, κυρίως στο μέτωπο της ενέργειας. Μέτρα που ήρθαν, βεβαίως, να απαντήσουν στην απροσδόκητα μεγάλη πίεση που υφίστανται νοικοκυριά και επιχειρήσεις, λόγω της εκρηκτικής ανόδου των τιμών, επιχειρώντας να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο στοχευμένα στα ευάλωτα νοικοκυριά.

Αν και επισήμως οι αξιωματούχοι του οικονομικού επιτελείου υποστήριξαν ότι η δαπάνη θα καλυφθεί από την υψηλότερη από την αναμενόμενη ανάπτυξη του 2021 και την υπεραπόδοση των εσόδων του πρώτου διμήνου φέτος, κύκλοι της κυβέρνησης θεωρούν πολύ πιθανή μια μικρή –με τα μέχρι στιγμής δεδομένα– διεύρυνση του ελλείμματος, της τάξης του 0,3%, από το 1,4% στο 1,7% του ΑΕΠ. Αυτό μάλιστα είναι το καλό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο δεν θα χρειαστεί να συνεισφέρει στο μέλλον ο προϋπολογισμός στην κάλυψη των επιδοτήσεων του ηλεκτρικού ρεύματος, οι οποίες μέχρι στιγμής χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης. Κάτι που μένει να φανεί στην πράξη.

Στην πραγματικότητα ο προϋπολογισμός θα καλύψει τον Απρίλιο ένα μικρό μέρος, περίπου 140 εκατ. ευρώ, από τα 640 εκατ. ευρώ των μέτρων για το ηλεκτρικό ρεύμα που ανακοινώθηκαν και συγκεκριμένα την έκτακτη επιδότηση για τις μικρές επιχειρήσεις. Τα έσοδα του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης, όπως διαμηνύουν πηγές του οικονομικού επιτελείου, επαρκούν για να καλύπτουν το επίπεδο στήριξης που δίνεται σήμερα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, όχι όμως και ένα έκτακτο μέτρο, όπως αυτό για τις μικρές επιχειρήσεις.

Επιπλέον, ο προϋπολογισμός θα καλύψει τα 324 εκατ. ευρώ της ενίσχυσης των ευάλωτων νοικοκυριών και τα 153 εκατ. ευρώ της επιδότησης των καυσίμων. Αρα, συνολικά περίπου 620 εκατ. ευρώ.

Σε αυτά πρέπει να προστεθούν, ως επιπλέον δαπάνες του προϋπολογισμού φέτος, τα 350 εκατ. ευρώ από τη μείωση του ΕΝΦΙΑ και τα 200 εκατ. ευρώ από τη στήριξη των αγροτών (ζωοτροφές κ.λπ.). Ετσι, ο λογαριασμός των επιπλέον δαπανών που δεν είχαν προϋπολογιστεί, αγγίζει σχεδόν το 1,2 δισ. μέχρι στιγμής.

Οι νέες εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό φέτος τον ανεβάζουν στο 5%-6%, από 1% που προβλεπόταν στον προϋπολογισμό.

Στο οικονομικό επιτελείο υποστηρίζουν ότι τα μέτρα είναι εντός πλαισίου και δεν θέτουν σε κίνδυνο τον προϋπολογισμό. «Δίνουμε ό,τι μπορούμε», είπε χαρακτηριστικά ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης.

Οι πιέσεις, ωστόσο, θα συνεχιστούν. Για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, αυξάνονται σημαντικά οι δαπάνες των δημοσίων φορέων, σε σχέση με τον προϋπολογισμό, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους σε καύσιμα. Ο στρατός είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου φορέα, του οποίου το κόστος έχει αυξηθεί. Ταυτόχρονα, από την άλλη πλευρά, εκτιμάται ότι θα υπάρξει ενδεχομένως μείωση φορολογικών εσόδων, καθώς ο πληθωρισμός πλήττει την κατανάλωση. Η μείωση αυτή της ζήτησης εκτιμάται ότι ίσως υπεραντισταθμίζει την ονομαστική αύξηση των εσόδων, λόγω πληθωρισμού.

Σε κάθε περίπτωση, ο πληθωρισμός είναι η μεγάλη πηγή ανησυχίας της κυβέρνησης, καθώς διαβρώνει το εισόδημα, ασκώντας πιέσεις για όλο και περισσότερα μέτρα στήριξης, ενώ ταυτόχρονα υποσκάπτει την ανάκαμψη μέσω μείωσης της ζήτησης.
Οι πληροφορίες από το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης αναφέρουν ότι οι νέες εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό φέτος τον ανεβάζουν στο 5%-6%. Πρόκειται για άλμα σε σύγκριση με την πρόβλεψη του προϋπολογισμού για περίπου 1%, αλλά οι εκτιμήσεις είναι κοντά στην εικόνα που βλέπει πλέον η αγορά. Για παράδειγμα, ο Χρήστος Μεγάλου, διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς, μίλησε την περασμένη εβδομάδα για πληθωρισμό 6%-7% (και ανάπτυξη 3%-4%), το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή ανέβασε ψηλά την εκτίμηση, με ήπιο σενάριο στο 7,4% και δυσμενές στο 11%, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει πλέον 5,2% στο βασικό της σενάριο και 7% στο δυσμενές.

Οσο για τις επιπτώσεις στην ανάπτυξη, τα βασικά σενάρια των περισσοτέρων πηγών μιλούν για μια επιβράδυνση της τάξης της μιας μονάδας – που ανεβαίνει περίπου στις 2 μονάδες στη δυσμενή εκδοχή.

Το «καλό» για την Ελλάδα είναι ότι –όπως αναφέρουν αναλυτές– οι επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία της θα είναι περίπου στον μέσο όρο των αντίστοιχων στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το «κακό» είναι ότι φυσικά η Ελλάδα, όχι μόνο απέχει από τον μέσο όρο, αλλά έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος και βρίσκεται εκτός επενδυτικής βαθμίδας. Κάτι που –όπως επεσήμαναν και τα στελέχη του οικονομικού επιτελείου την περασμένη εβδομάδα– υπαγορεύει την ανάγκη δημοσιονομικής σύνεσης. Αυτό ισχύει ιδίως, καθώς προηγήθηκε μια περίοδος, αυτή της πανδημίας, κατά την οποία η Ελλάδα παρείχε ένα από τα υψηλότερα επίπεδα στήριξης στην Ευρώπη, διευρύνοντας φυσικά τον δανεισμό της.

πηγή  kathimerinu