Η μεγάλη πρόκληση του δημόσιου χρέους

Αυτόν τον αιώνα, το δημόσιο χρέος έχει αυξηθεί σε επίπεδα ρεκόρ. Στις ανεπτυγμένες, στις αναδυόμενες αγορές, αλλά και στις περισσότερες χώρες, η ιστορία είναι περίπου η ίδια: σταθερή άνοδος του χρέους από το 2000, ακολουθούμενη από ξαφνική αύξηση μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και από μία ακόμη μεγαλύτερη στις αρχές της πανδημίας το 2020. Η προέλευση αυτής της παγκόσμιας αύξησης του χρέους υπήρχε ήδη πριν από την επέλαση του κορωνοϊού και την αύξηση των δημοσίων δαπανών για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Στις ΗΠΑ, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν πέτυχε δημοσιονομικό πλεόνασμα από το 2001. Ετσι, το δημόσιο χρέος διαμορφώνεται τώρα στα 30 τρισ. δολ., ήτοι στο 130% του ΑΕΠ της αμερικανικής οικονομίας, τα υψηλότερα επίπεδα από το 1791. Ακόμη και χώρες που δανείστηκαν τεράστια ποσά κατά το παρελθόν προκειμένου να αντιμετωπίσουν πολέμους, φυσικές καταστροφές, αλλά και κρίσεις χρέους, σήμερα δανείζονται περισσότερο από ποτέ σε σύγκριση και με το μέγεθος των οικονομιών τους.

Δεν αποτελεί μάλιστα σύμπτωση το γεγονός ότι τα τελευταία 20 χρόνια ήταν χρόνια επιτυχίας για τις κεντρικές τράπεζες όσον αφορά τον έλεγχο του ύψους του πληθωρισμού. Aπό το 2000, οι τιμές σε πολλές χώρες αυξήθηκαν σε σταθερά επίπεδα, κοντά στους στόχους που έχουν θέσει οι κεντρικές τράπεζες. Aυτή η χρυσή εποχή έχει τρία χαρακτηριστικά: μία θεσμική ρύθμιση που διατηρούσε την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών από τα υπουργεία Οικονομικών (και τη νομισματική πολιτική διαχωρισμένη από τη δημοσιονομική), έναν καθαρό πληθωρισμό και μια στρατηγική που υποδεικνύει πως η νομισματική πολιτική θα είναι επικεντρωμένη στα επιτόκια μέσα από τη χρήση πολλαπλών εργαλείων.

Τώρα, καθώς οι τιμές αυξάνονται όλο και γρηγορότερα παγκοσμίως –με τον ετήσιο πληθωρισμό στην Αμερική να αυξάνεται με τον πιο ταχύ ρυθμό από τις αρχές του 1980– είναι πιθανόν αυτή η χρυσή εποχή να φτάσει στο τέλος της; Με τα επιτόκια δανεισμού να αυξάνονται ήδη σε αναδυόμενες αγορές, θα δούμε ίσως κάποιο ξέσπασμα κρίσεων χρέους; Θα προσπαθήσουν οι κυβερνήσεις να επαναφέρουν μια δημοσιονομική ορθότητα και να χαλιναγωγήσουν τα επίπεδα χρέους ακόμη και υπό τον κίνδυνο να ξεσπάσει κοινωνική αναταραχή; Με το δημόσιο χρέος να κινείται σε τόσο υψηλά επίπεδα, είναι η δημοσιονομική επίδραση ή η νομισματική πολιτική τόσο μεγάλη που η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας καθίσταται πλέον μη βιώσιμη;

Υπάρχουν δύο τρόποι για τις κυβερνήσεις να συγκρατήσουν το δημόσιο χρέος. Το πρώτο είναι να επιτυγχάνουν στο μέλλον δημοσιονομικά πλεονάσματα συγκεντρώνοντας περισσότερα φορολογικά έσοδα από αυτά που ξοδεύουν σε αγορές.

Κατά τη διάρκεια του 19ου και 20ού αιώνα, τα πραγματικά αλλά και τα αναμενόμενα πλεονάσματα συγκράτησαν τα επίπεδα χρέους. Μετά τους πολέμους, αλλά και τις φυσικές καταστροφές, οι κυβερνήσεις θα γίνονταν πιο αυστηρές όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες.

Εντούτοις, τον 21ο αιώνα, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα είναι μικρά ή ακόμη και ανύπαρκτα σε σχεδόν όλες τις προηγμένες οικονομίες. Προβλέψεις για τις ΗΠΑ αναφέρουν μεγάλα ελλείμματα τουλάχιστον για τα επόμενα 30 χρόνια. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η δυνατότητα αύξησης της φορολογίας ή μείωσης των δημοσίων δαπανών δείχνει να είναι περιορισμένη. Είναι δύσκολο να διαφωνήσουμε ότι η αύξηση του δημόσιου χρέους τα τελευταία 20 χρόνια έχει συνοδευθεί από αντίστοιχη αύξηση μελλοντικών φόρων ή περικοπών στις δαπάνες.
* Ο κ. Ρικάρντο Ράις είναι καθηγητής Οικονομικώνστο London School of Economics and Political Science. Το άρθρο έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό του ΔΝΤ «Χρηματοοικονομικά και Ανάπτυξη».

πηγή  kathimerini